Η κρύπτη ως βιοπολιτική μηχανή συνοριοθέτησης

Η κρύπτη ως βιοπολιτική μηχανή συνοριοθέτησης

Film still από την ταινία Queen Antigone (2014)
του Τηλέμαχου Αλεξίου.

 

And it is this bare life (or ‘sacred’ life, if sacer designates primarily a life that can be killed without committing murder) that, in the juridical-political machine of the West, acts as a threshold of articulation between zoē and bios, natural life and politically qualified life. And it will not be possible to think another dimension of life if we have not first managed to deactivate the dispositif of the exception of bare life.

[Agamben, G. (2014). What is a destituent power? (trans. by S. Wakefield). Environment and Planning D: Society and Space, 32(1), 65–74]

Η φυλακή του Νησιού και η φυγή των δύο αδελφών στην ταινία Queen Antigone (2014) του Τηλέμαχου Αλεξίου επιτελούν μια ιδιαίτερη μορφή κρύπτης. Τα σώματα που οι νόμοι της πόλης ονομάζουν απαγορευμένα ή παράταιρα, τα μαύρα σώματα ή τα «αλλόκοτα» σώματα, τοποθετούνται, εξορίζονται, φυλακίζονται ή δραπετεύουν σε ένα έξω από την πόλη ειδικά προορισμένο για αυτά. Πώς μπορούμε να φανταστούμε όμως αυτό το έξω; Είναι αυτό το έξω από την πόλη και το πολιτικό σώμα ένας προϋπάρχων τόπος πέρα από τα όρια της πόλης; Εκεί όπου «ανήκουν» οι εμπειρίες, οι πολιτικές, οι ιδέες, οι επιθυμίες και τα αισθήματα που δεν συνάδουν με τους όρους της κοινότητας; Είναι ο «φυσικός» χώρος πέρα, πριν και εκτός του πολιτικού; Μήπως οι κρύπτες γίνονται το εκτός της πόλης; Μήπως διανοίγονται και θεμελιώνονται ακριβώς τη στιγμή του εκτοπισμού, οπότε τα σώματα στιγματίζονται ως παρείσακτα;

Στην περίπτωση του Νησιού, οι ρατσιστικοί νόμοι του Απαρτχάιντ σημαδεύουν στα μαύρα σώματα το όριο της πόλης. Το Robben Island γίνεται ο τόπος που θα υλοποιήσει το εκτός του πολιτικού σώματος με τον πιο συμβολικό, φαντασμαγορικό και λεπτομερώς σχεδιασμένο τρόπο. Οι κατάδικοι, οδηγούμενοι στο Robben Island απογυμνώνονται από την ανθρωπινότητα τους. Οι Τζον και Ουίνστον, οι δύο φιγούρες του θεατρικού έργου Το Νησί (1973) των Άθολ Φουγκάρντ, Τζον Κάνι και Ουίνστον Ντσόνα, περιγράφουν πώς γίνονται οι τρόφιμοι του Robben Island· πώς μετατρέπονται σε εκτοπισμένα σώματα από τους βασανιστές τους. Η διαδρομή προς τη φυλακή, εκτός της κοινότητας, είναι μια διαδρομή συμβολικής απανθρωποποίησης:

ΟΥΙΝΣΤΟΝ. Πρώτη φορά που ήρθαμε κοντά ο ένας στον άλλο
ήταν το επόμενο πρωί στην αυλή, όταν μας στοίχησαν για τα φορτηγά.

ΤΖΟΝ. Και μας πάντρεψαν!

[…]

Το άνοιγμα των μεγάλων πυλών και οι γυναίκες να τρέχουν δίπλα στα φορτηγά,
προσπαθώντας να πουν αντίο… όλοι μας να παλεύουμε
για ένα τελευταίο βλέμμα από το παράθυρο.

[…]

Ήθελα να κατουρήσω. Ε! Είχα το ένα ελεύθερο χέρι μου στα παπάρια μου και κρατιόμουν.
Έκανα ένα λάθος φεύγοντας από το Ρούιχελ. Ήπια ένα γαλόνι νερό,
σκεπτόμενος αυτά τα πεντακόσια μίλια που ‘χαμε μπροστά μας.
Χριστέ μου! Υπήρχε ο κουβάς στη γωνία! Αλλά ήμασταν τόσο στενά στοιβαγμένοι,
θυμάσαι, δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε. Προσπάθησα να σε τραβήξω,
αλλά δεν ήταν καλά γαμώτο. Οπότε κρατιόμουν —Χούμανσντορπ, Στορμς Ρίβερ,
Μπλάουκραντζ… κρατιόμουν. Όμως στο Κνίσνα, γάμησε τα, τα αμόλησα!

[Fugard, A., Kani, J., & Ntshona, W. (1986). Statements.
New York: Theatre Communications Group, INC]

 

Αντίστροφα, η διαδρομή από τη φυλακή προς την πόλη γίνεται μια πορεία κατά την οποία ο χαρακτήρας φαντασιώνεται πως ανακτάται η ανθρώπινη ιδιότητα: τα ρούχα, η τροφή, οι σωματικές απεκκρίσεις, η σεξουαλική επιθυμία, η σχεσιακότητα της διασκέδασης ντύνουν το σώμα με αυτό που νοείται ως η ανθρωπινότητά του:

ΟΥΙΝΣΤΟΝ. Δεν θα σε κρατήσουν εδώ περισσότερο από τρεις μήνες.
Δυο μήνες μόνο. Μετά κάτω στην αποβάθρα, μέσα στο Φέρι-μποτ…
θα πεις αντίο σε αυτό το μέρος… και κατευθείαν στη φυλακή
του Βίκτωρ Βέρστερ στην ηπειρωτική χώρα.

[…]

Η ζωή θα αλλάξει για σένα εκεί. Θα είναι πολύ πιο εύκολο. […]
Θα σε βάλουν να δουλέψεις στους αμπελώνες του Βίκτωρ Βέρστερ, Τζον.
Δεν υπάρχουν νταμάρια εκεί. Να τρως σταφύλια, πορτοκάλια…
Θα αλλάξουν τη διατροφή σου… Διατροφή Σι, και ασκήσεις
για να φαίνεσαι καλά όταν θα σε αφήσουν τελικά έξω.
Το βράδυ θα παίζεις παιχνίδια… Γκρινιάρη, ντάμα, φιδάκι!
Μετά, μια μέρα θα σε φωνάξουν στο γραφείο,
με ένα φορτηγό να περιμένει από έξω για να σε πάει πίσω.
Τα ίδια πεντακόσια μίλια. Όμως αυτή τη φορά θα σε αφήσουν να κάτσεις.
Δεν θα πρέπει να στέκεσαι όρθιος σε όλη τη διαδρομή
όπως έκανες ερχόμενος εδώ. Και δεν θα υπάρχουν χειροπέδες.
Ίσως, ακόμα, να κάνουν στάση στη διαδρομή για κατούρημα.

[…]

θα σου δώσουν ένα καινούριο χακί πουκάμισο,
μακρύ χακί παντελόνι, καφέ παπούτσια.
Και τα υπάρχοντα σου! Παραλίγο να ξεχάσω τα υπάρχοντά σου.

ΤΖΟΝ. Εεε, παρεμπιπτόντως! Φορούσα άσπρο πουκάμισο, μαύρη γραβάτα,
γκρι φανελένιο παντελόνι… καφέ κρόκετ παπούτσια… κάλτσες; [ένα μικρό γέλιο.]
Δεν μπορώ να θυμηθώ τις κάλτσες μου!
Ένα καρό σακάκι… και το ρολόι μου! Φορούσα το ρολόι μου!

ΟΥΙΝΣΤΟΝ. Θα τα έχουν πακετάρει σε ένα δέμα.

[…]

. Οι άνθρωποι σου θα σε πάνε σπίτι Γκράτεν Στριτ τριάντα οκτώ, Τζον!
Θυμάσαι; Όλοι θα σε περιμένουν… θείες, θείοι, φίλοι, γείτονες.
Θα σε βάλουν σε μια καρέκλα, Τζον, σαν βασιλιά, θα σου δώσουν ότι επιθυμείς…
Κέικ, γλυκά, αναψυκτικά… και μετά θα ξεκινήσεις να μιλάς.

[…]

Αλλά ακόμα δεν θά ’σαι ευτυχισμένος, ε.
Γιατί θα χρειάζεσαι ένα γαμήσι. Ένα άγριο γαμήσι!

[…]

Όταν πας αύριο στο νταμάρι ρίξε μια καλή ματιά στον γέρο Χάρι.
Κοίτα τα μάτια του, Τζον. Κοίτα τα χέρια του. Τον άλλαξαν.
Τον έκαναν πέτρα. Δες τον να δουλεύει με το σκαρπέλο και το σφυρί.
Είκοσι τέλεια τούβλα πέτρας κάθε μέρα. Κανείς δεν μπορεί να το κάνει όπως αυτός.
Αγαπά την πέτρα. Γι’ αυτό είναι καλοί μαζί του. Έχει ξεχάσει τον εαυτό του.
Έχει ξεχάσει τα πάντα… γιατί είναι εδώ, από που έρχεται.

Αυτό συμβαίνει και σε μένα. Έχω ξεχάσει γιατί είμαι εδώ.

Το πέρα από την πόλη δεν είναι ένας «αληθινός», «φυσικός» τόπος όπου εγκαταλείπονται οι ανεπιθύμητοι. Στην περίπτωση κάποιων Αντιγονών, αυτή η κρύπτη επινοείται ως τόπος εγκατάλειψης, όπου οι εχθροί, οι απείθαρχες, οι μη διανοητοί, οι παραβατικοί, μη έχοντας πια τη «φροντίδα της πόλης», «μοιραία» θα αφανισθούν. Ο τόπος αυτός ιδρύεται, ως ένα εκτός της πόλης, τη στιγμή που επιτελείται και στιλιζάρεται κάθε ένας από τους καταναγκασμούς του εκτοπισμού: η απανθρωποποίηση, η καταναγκαστική εργασία, η λιγοστή τροφή, η απογύμνωση, η αποδιάρθρωση των σχέσεων, ο αποκλεισμός της δυνατότητας φροντίδας του σώματος, η απομόνωση, η φυγή.

Στην περίπτωση του Apartheid η φυλακή πραγματώνει μια θεμελιακή φαντασίωση της λευκότητας, αυτή του απόλυτου διαχωρισμού και της καθαρότητας:

The desire for an enemy, the desire for apartheid (for separation and enclaving), the fantasy of extermination—all today occupy the space of this enchanted circle. In a number of cases, a wall is enough to express such desire.5 Several sorts of wall exist, and not all fulfill the same functions. A separation wall is supposed to resolve a problem of excess of presence, the very presence that some see as the origin of situations of unbearable suffering. To regain the feeling of existing henceforth depends on breaking with that excess presence, whose absence (or indeed disappearance pure and simple) will by no means be felt as a loss. This also means accepting that there is nothing common to be shared between us and them. The anxiety of annihilation thus goes to the core of contemporary projects of separation.

[Mbembe, A. (2019). Necropolitics. In S. Corcoran (Trans.), Necropolitics. Durham; London: Duke University Press. p. 43]

 

Στην περίπτωση της φυγής των δύο αδελφών στην ταινία Queen Antigone (2014) του Τηλέμαχου Αλεξίου κρύπτη εμφανίζεται όχι μόνο σαν ένας εξωγενής καταναγκασμός, αλλά επιπλέον και σαν μια εσωτερικευμένη ανάγκη απόδρασης. Όμως αυτή η απόδραση δεν είναι ακριβώς μια «καθαρά» εμπρόθετη επιλογή. Τι διαμορφώνει την επιθυμία των δύο αδελφών να αυτοεξοριστούν; Τι τους οδηγεί στην Fugue τους; Ποιες κανονιστικότητες ενσωματώνει και αναδιατυπώνει η παρόρμησή τους να δραπετεύσουν;

Ο φαντασμαγορικός αφανισμός με τον οποίο επενδύεται αυτή η φαντασιακή συνοριοθέτηση της πόλης –με το σύνορο να παράγει ένα μέσα για το πολιτικό σώμα και ένα έξω για τα αποκείμενα του– τρέφει την επιθυμία για μια σαφή ενότητα και άρα μια καθαρή διαίρεση. Η τεχνολογία αυτής της διαδικασίας αποτυπώνεται νομίζω παραδειγματικά στη σωφρονιστική αποικία του Κάφκα. Στην τιμωρητική μηχανή της σωφρονιστικής αποικίας τοποθετούνται γυμνά σώματα. Με έναν ακριβέστατο, περίπλοκο και γκροτέσκο μηχανισμό, η ποινή εγγράφεται πάνω στα γυμνά σώματα. Οι κατάδικοι δεν καταλήγουν πριν το κείμενο της εγγραφής τυλίξει το σώμα τους, πριν η δικαιοσύνη απονεμηθεί πάνω στο σώμα τους, μέσω του σώματος τους, πριν γίνουν η υλοποιημένη εκδοχή της καταδίκης τους. Η μηχανή τους παρέχει την αναγκαία τροφή που θα επιτρέψει στα σώματά τους την επιβίωση μέχρι να ολοκληρωθεί η εγγραφή της ποινής πάνω τους.

Η περίπλοκη σωφρονιστική μηχανή του Κάφκα παράγει το εκτός της πόλης, δίνει «σώμα» στο νόμο, είναι ο μηχανισμός που κρύβεται μέσα στις Κρύπτες κάποιων Αντιγονών. Μέσα στο Robben Island βρίσκεται μια βιοπολιτική μηχανή η οποία:

απαλείφει την υποκειμενικότητα των μη ζωντανών σωμάτων, ανάγοντάς τα σε μια απρόσωπη και ανώνυμη μάζα υποπροϊόντων.

[Αθανασίου, Α. (2007). Ζωή στο Όριο. Δοκίμια για το Σώμα, το Φύλο και τη Βιοπολιτική. Αθήνα: Εκκρεμές. σ. 53]

 

Η διαδρομή της φυγής των αδελφών στην ταινία Queen Antigone (2014) του Τηλέμαχου Αλεξίου περνά από μια ρημαγμένη μητρόπολη, από αβίωτες καθημερινότητες, από έναν σκουπιδότοπο, από τις πλαστικές τροφές μαζικής παραγωγής, από ρημαγμένους αρχαιολογικούς χώρους σύμβολα εθνικής περηφάνειας, από απομεινάρια παιδικών παιχνιδιών:

μια αλυσίδα παραγωγής απενσωμάτωσης, ένα τεχνολογικό σχέδιο με το οποίο ο φυσικός κόσμος ανάγεται σε «απόθεμα» πρώτης ύλης.

[Αθανασίου, Α. (2007). Ζωή στο Όριο. Δοκίμια για το Σώμα, το Φύλο και τη Βιοπολιτική. Αθήνα: Εκκρεμές. σ. 51]

Η βιοπολιτική μηχανή αυτών των κρυπτών παράγει ένα εκτός πόλης στο οποίο εναποτίθενται κάποια σώματα. Η εξορία, η απόδραση, ο αποκλεισμός, η φυλάκιση, η κράτηση, τα βασανιστήρια, η καταναγκαστική εργασία, ο ενταφιασμός μπορούν στις περιπτώσεις αυτών των κρυπτών να ιδωθούν ως μια –συχνά ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη και πάντως γκροτέσκα– τεχνολογία τέτοιου είδους εναπόθεσης. Αυτή η τεχνολογία εναπόθεσης, η οποία αφήνει υλικά σημάδια πάνω στα σώματα, παράγει επίσης ένα σκηνικό εξορίας, ένα φυσικοποιημένο σύνορο αναγκαίο για την αυτό-επιβεβαίωση της συνοχής της πόλης· επιχειρεί τελικά να αποκλείσει κάθε αμφισημία:

[Loraux, N. (2006). The Divided City.
On Memory and Forgetting in Ancient Athens
,
trans. by C. Pache & J. Fort.
New York: Zone Books. p. 94]

 

Ωστόσο τα αποκείμενα στοιχειώνουν την πόλη. Το απένθητο σώμα του άθαφτου Πολυνείκη στοιχειώνει την πόλη. Κάποιες Αντιγόνες επιστρέφουν στη σκηνή για να διαπραγματευτούν ξανά και ξανά αυτό το σύνορο.

 

Performance of Franz Kafka’s In the Penal Colony
directed and adapted by Peter Stamer (2019).

 

ΑΛΛΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Agamben, G. (2005). Homo Sacer. Κυρίαρχη Εξουσία και Γυμνή Ζωή (Γιάννης Σταυρακάκης, ed.; Π. Τσιαμούρας, trans.). Αθήνα: Scripta.

Butler, J. (2000). Antigone’s Claim, Kinship Between Life and Death. New York: Columbia University Press.

Chanter, T. (2011). Whose Antigone? The Tragic Marginalization of Slavery. New York: SUNY Press. σ 119-132.

Kafka, F. (2009). Στη Σωφρονιστική Αποικία. (Σ. Στρούμπος μτφ.), Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη.

 

Αθηνά Παπαναγιώτου