Antígona Furiosa by Griselda Gambaro in Greek

Antígona Furiosa by Griselda Gambaro in Greek

Σημειώσεις πάνω στο πρωτότυπο κείμενο της Griselda Gambaro.

 

Αντιγόνη Μαινόμενη*

Tα Πρόσωπα:
Αντιγόνη
Κορυφαίος
Αντίνοος

 

Ένας σκελετός αναπαριστά τον Κρέοντα. Όταν ο Κορυφαίος μπαίνει μέσα του, υποδηλώνεται πως αποδέχεται τον θρόνο και την εξουσία.

Η Αντιγόνη απαγχονισμένη. Πλέκει σφιχτά τα μαλλιά της σε ένα στεφάνι από λευκά, μαραμένα λουλούδια. Μετά από λίγο, αργά, λύνει τον βρόγχο και τον βγάζει από τον λαιμό της, τακτοποιεί το λευκό και βρώμικο φόρεμα. Κινείται, σιγοτραγουδώντας.

Καθισμένοι πλάι-πλάι σε ένα στρογγυλό τραπέζι, ντυμένοι με καθημερινά ρούχα, δύο άντρες πίνουν καφέ. Ο Κορυφαίος παίζει με ένα λυγερό κλαδάκι, κόβει σε μικρά κομμάτια το χάρτινο τραπεζομάντηλο και τα ενώνει σαν να ήταν λουλούδια. Το κάνει αφηρημένος, χαμογελώντας κοροϊδευτικά.

 

Κορυφαίος: Ποια είναι αυτή; Η Οφηλία; (Γελάνε. Η Αντιγόνη τους κοιτά.) Νεαρέ, άλλον έναν καφέ!

Αντιγόνη (τραγουδά):

«Δεν θα τον δω ξανά;
Δεν θα τον δω ξανά;
Έφυγε και πάει
Το κορμί του το σκεπάζει το χορτάρι
και μια πέτρα ανάμεσα στα πόδια του».

Κορυφαίος: Θά ’πρεπε, αλλά πού. Βλέπεις εσύ χορτάρι; Βλέπεις πέτρα; Βλέπεις τάφο;

Αντίνοος: Τίποτα!

Αντιγόνη (τραγουδά):

«Τον τύλιξε ένα σάβανο
Το μνήμα του σκεπάσαν
λουλούδια που τα πότισε το κλάμα».
(Κοιτάζει με περιέργεια τα φλιτζάνια): Τι πίνετε;

Κορυφαίος: Καφέ.

Αντιγόνη: Τι είναι αυτό; Καφές.

Κορυφαίος: Δοκίμασε.

Αντιγόνη: Όχι. (Δείχνει) Σκοτεινός σαν φαρμάκι.

Κορυφαίος (ξαναπαίρνει αμέσως τον λόγο): Αμέ, φαρμακωνόμαστε! (Γελάει) Είμαι νεκρός! (Σηκώνεται, αλύγιστος, με τα χέρια μπροστά. Ασθμαίνει με ρόγχο.)

Αντίνοος: Κανείς μην τον αγγίξει, κανείς! Απαγορεύεται! H δυσωδία του είναι κολλητική. Θα μολύνει την πόλη!

Αντιγόνη: Απαγορεύεται! Απαγορεύεται; (Σαν ξένη σε αυτό που κάνει, βγάζει το στέμμα από τον Κορυφαίο, το σπάει.)

Αντίνοος: Σού ’βγαλε το στεφανάκι!

Κορυφαίος: Κανείς δεν θα με θάψει!

Αντίνοος: Κανείς.

Κορυφαίος: Θα με φάνε τα σκυλιά! (Ασθμαίνει με ρόγχο.)

Αντίνοος: Καημενούλη! (Τον αγκαλιάζει. Γελάνε, χτυπάνε ο ένας τον άλλον στην πλάτη.)

Κορυφαίος (της προσφέρει την καρέκλα του): Θες να κάτσεις;

Αντιγόνη: Όχι. Παλεύουν αυτή τη στιγμή.

Αντίνοος: Μη μου πεις!

Κορυφαίος: Ναι. Θα λαβωθούν με τα σπαθιά. Πωωωω! και θά ‘σαι η νοσοκόμα. (Την πλησιάζει με μια αμφιλεγόμενη πρόθεση που η Αντιγόνη δεν αντιλαμβάνεται, απλώς απομακρύνεται.) Πώς θα τους φροντίσεις; Πού;

Αντιγόνη: Θα είμαι αυτή που θα το προσπαθήσει.

Κορυφαίος: Ποιο πράγμα;

Αντιγόνη: Να θάψω τον Πολυνείκη, τον αδερφό μου.

Κορυφαίος (πειρακτικά): Απαγορεύεται, απαγορεύεται! Το απαγόρευσε ο βασιλιάς! «Εγώ» το απαγόρευσα!

Αντίνοος: Κανείς μην τον αγγίξει!

Κορυφαίος: Όποιος τολμήσει… (τρίβει με νόημα τον λαιμό του)

Αντιγόνη: Αυτή δεν θέλησε να με βοηθήσει.

Κορυφαίος: Αυτή; Ποια είναι αυτή;

Αντιγόνη: Η αδερφή μου, η Ισμήνη. Μόνη μου το έκανα. Κανείς δεν με βοήθησε. Ούτε καν ο Αίμονας, το παλικάρι μου, που δεν θα παντρευτώ.

Κορυφαίος: Και για πότε οι παντρειές; (Γελάει, με πολύ κέφι, και ο Αντίνοος τον συνοδεύει μετά από ένα δευτερόλεπτο. Σκουντιούνται και χτυπάνε φιλικά τα χέρια τους.)

Αντιγόνη: Που δεν θα παντρευτώ, είπα. Δεν θα υπάρξει γάμος για μένα.

Κορυφαίος (μαλακά): Τι κρίμα. (Σκουντάει τον Αντίνοο για να τραβήξει την προσοχή του.)

Αντίνοος (βιαστικά): Κρίμα.

Αντιγόνη: Γαμήλια νύχτα.

Κορυφαίος: Λογικό.

Αντίνοος (σαν ηχώ): Λογικό.

Αντιγόνη: Ούτε παιδιά. Θα πεθάνω… Μόνη.

(Η μάχη. Εισβάλλει ένα μεταλλικό αλληλοχτύπημα σπαθιών, άλογα που σηκώνονται σούζα στα δύο πόδια, διάχυτες κραυγές και αχ. Η Αντιγόνη απομακρύνεται. Κοιτάει προς το παλάτι. Πέφτει στο χώμα, χτυπάνε τα πόδια της, από τη μια μεριά στην άλλη, με ένα ρυθμό που επιταχύνεται ως τον παροξυσμό, σαν να ένιωθε τη μάχη στο ίδιο της το πετσί.)

Αντιγόνη (ουρλιάζει): Ετεοκλή, Πολυνείκη, αδέρφια μου, αδέρφια μου!Κορυφαίος (πλησιάζει): Τι γυρεύει αυτή η τρελή; Να φέρει βάσανα πάνω σε άλλα βάσανα;

Αντίνοος: Τον Πολυνείκη γυρεύει να θάψει, πρωί-πρωί με τη λιακάδα!

Κορυφαίος: Λεν πως Ετεοκλής και Πολυνείκης έπρεπε να μοιραστούν την διακυβέρνηση αλλάζοντας στο πόστο κάθε χρόνο. Όμως η εξουσία είναι γλυκιά. Κολλάει σαν τη μύγα στο μέλι. Ο Ετεοκλής δεν θέλησε να τη μοιραστεί.

Αντίνοος: Άλλος στη θέση του θα είχε συμβιβαστεί. Όχι ο Πολυνείκης!

Κορυφαίος: Από επτά πύλες επιτέθηκε στην πόλη και έπεσε ηττημένος και στις επτά! (Γελάει) Κι ήρθε μετά αντιμέτωπος με τον Ετεοκλή, τον αδερφό του.

Αντιγόνη: Αλληλοσφάχτηκαν με τα σπαθιά! Ο Ετεοκλής, ο Πολυνείκης! Τα αδέρφια μου, τα αδέρφια μου!

Κορυφαίος (επιστρέφει στο τραπέζι): Πάντα οι τσακωμοί, οι μάχες και το αίμα. Κι αυτή εδώ η τρελή που θά ‘πρεπε να είναι κρεμασμένη. Το να θυμάσαι θανάτους είναι σαν να κοπανίζεις νερό στο γουδί – δεν ωφελεί. Νεαρέ, άλλο έναν καφέ!

Αντίνοος (ντροπαλός): Δεν έχει πολλή ώρα που πέρασε.

Κορυφαίος (άγριος): Πέρασε. Και πάμε γι’ άλλα!

Αντίνοος: Γιατί δεν γιορτάζουμε;

Κορυφαίος (σκοτεινός): Και σαν τι να γιορτάσουμε;

Αντίνοος (φωτίζεται το πρόσωπό του, ζαλισμένος): Το ότι επέστρεψε η ειρήνη!

Κορυφαίος (γελάει): Να γιορτάσουμε! Με τι;

Αντίνοος: Με… κρασί;

Κορυφαίος: Ναι, με πολύ κρασί! Όχι καφέ! (Μιμείται την Αντιγόνη) Τι είναι αυτό το σκοτεινό υγρό; Φαρμάκι! (Γελάει. Ασθμαίνει με ρόγχο παρωδιακά. Κατόπιν, ο Αντίνοος τον συνοδεύει.)

Η Αντιγόνη περπατάει ανάμεσα στους νεκρούς, σε έναν αλλόκοτο βηματισμό όπου πέφτει και ξανασηκώνεται, πέφτει και ξανασηκώνεται.

Αντιγόνη: Πτώματα! Πτώματα! Πατάω πάνω σε νεκρούς! Νεκροί με τριγυρίζουν! Με χαϊδεύουν… Με αγκαλιάζουν… Μου ζητάνε… Τι;

Κορυφαίος (πλησιάζει): Ο Κρέων. Ο Κρέων χρησιμοποιεί τον νόμο. Ο Κρέων.
Ο Κρέων χρησιμοποιεί τον νόμο για
Ο Κρέων χρησιμοποιεί τον νόμο για τους πεθαμένους. Ο Κρέων και για τους ζωντανούς.
Τον ίδιο νόμο.
Ο Κρέων δεν θα επιτρέψει να ταφεί ο Πολυνείκης που θέλησε να κάψει με αίμα και φωτιά
Με αίμα και φωτιά τη γη των προγόνων του. Το σώμα του θα χρησιμεύσει για βοσκή.
Βοσκή για τα σκυλιά και για τα όρνια. Ο Κρέων ο Κρέων
Ο νόμος του λέει:
Ο Ετεοκλής θα λάβει τιμές
Και ο Πολυνείκης
Τσιμπούσι για σκυλιά. Σαπίλα και βοσκή.
Κανένας να μη τριγυρνάει –για τόλμα– να τριγυρνάει να τριγυρνάει σαν τρελή κάνοντας γύρους μπροστά στο κουφάρι το άταφο άταφο άταφο

(Επιστρέφει στη θέση του, κάθεται) Κανείς δεν είναι τόσο τρελός που να θέλει να πεθάνει. Αυτό θα είναι το τίμημα.

Αντιγόνη: Η μάνα μου κοιμήθηκε με τον πατέρα μου, το καρπό της κοιλιάς της, και έτσι μας γέννησε. Και σε αυτή την αλυσίδα των ζωντανών και των νεκρών, εγώ θα πληρώσω τα κρίματά τους. Και το δικό μου. Εκεί είναι. Ο Πολυνείκης. Ο Πολυνείκης, ο πιο αγαπημένος μου αδερφός. Ο Κρέων δεν θέλει ταφή για κείνον, ούτε θρήνους, ούτε κλάματα. Ατίμωση μονάχα. Τροφή για τα όρνια.

Κορυφαίος: Όποιος πάει κόντρα στον Κρέοντα θα πεθάνει.

Αντιγόνη: Με βλέπεις, Κρέοντα; Κλαίω! Με ακούς, Κρέοντα; (Θρήνος βαθύς, άγριος και λαρυγγικός.)

Κορυφαίος: Τίποτα δεν άκουσα! Τίποτα δεν άκουσα! (Τραγουδάει τραυλίζοντας, αλλά στο βάθος κοροϊδευτικά) Δεν έχει… θρήνους κα-κα-κάτω από τον ουρανό, τον το-το-τόσο γαλανό!

Αντίνοος: Απαγορεύεται! (Σκουντάει τον Κορυφαίο) Αλήθεια, δεν απαγορεύεται;

Αντιγόνη: Σε ποιον; Σε κείνους που κουνάνε την ουρά σαν σκύλοι! Όχι σε μένα! Με βλέπεις, Κρέοντα; Θα τον θάψω εγώ, με αυτά τα χέρια, με αυτά τα χέρια! Πολυνείκη! (Μακρόσυρτη και σιωπηλή στριγκλιά καθώς ανακαλύπτει το κουφάρι του Πολυνείκη, που είναι μόνο ένα σάβανο.)

Η Αντιγόνη πέφτει πάνω του, το σκεπάζει από το κεφάλι ως τα πόδια με το ίδιο της το σώμα.

Αντιγόνη: Ω, Πολυνείκη, αδερφέ μου. Αδερφέ μου. Αδερφέ μου. Εγώ θα γίνω η πνοή σου. (Ασθμαίνει σαν να θέλει να τον φέρει πίσω στη ζωή.) Το στόμα σου, τα πέλματα, τα πόδια σου. Θα σε σκεπάσω. Θα σε σκεπάσω.

Κορυφαίος: Απαγορεύεται!

Αντιγόνη: Ο Κρέων το απαγόρευσε. Κρέων σε πιστεύω Κράτος σε πιστεύω Κρέων Κραταιέ θα με σκοτώσεις.

Κορυφαίος: Αυτό θα είναι το τίμημα.

Αντιγόνη: Αδερφέ μου, αδερφέ μου. Εγώ θα είμαι το σώμα σου, η κάσα σου, το χώμα σου.

Κορυφαίος: Ο νόμος του Κρέοντα το απαγορεύει!

Αντιγόνη: Δεν τον υπαγόρευσε ο Θεός ούτε το δίκαιο. (Γελάει) Οι ζωντανοί είναι το μεγάλο μνήμα των νεκρών! Αυτό δεν το γνωρίζει ο Κρέων! Ούτε ο νόμος του!

Κορυφαίος (γλυκά): Σα να τό ’ξερε.

Αντίνοος (το ίδιο): Τι πράγμα;

Κορυφαίος: Εξόν από τον Πολυνείκη, που διπλά τον θανατώνει, ο Κρέων μοναχά τους ζωντανούς σκοτώνει.

Αντίνοος: Τρέχει στα μνήματα! (Γελάει) Από το ένα στο άλλο.

Κορυφαίος: Σοφά. Αλυσιδωτά.

Αντιγόνη: Και η μνήμη αλυσιδώνεται. Αυτό δεν το γνωρίζει ο Κρέων ούτε ο νόμος του. Ω Πολυνείκη, θα γίνω χορτάρι και πέτρα. Δεν θα σε αγγίξουν τα σκυλιά ούτε τα όρνια. (Με μια μητρική χειρονομία) Θα πλύνω το σώμα σου, θα σε χτενίσω. (Το κάνει) Θα κλάψω, Πολυνείκη… Θα κλάψω… Καταραμένοι!

Τελετή, σκαλίζει το χώμα με τα νύχια της, σκορπά ξεραμένη σκόνη πάνω στο πτώμα, τεντώνεται πάνω του. Ανασηκώνεται και χτυπά, ρυθμικά, τη μια πάνω στην άλλη, δυο μεγάλες πέτρες που ο ήχος τους σηματοδοτεί έναν νεκρικό χορό.

Κορυφαίος: Του αποδίδει τιμές. Καλύτερα να μη βλέπει κανείς πράξεις που δεν πρέπει να γίνουν. (Βάζουν στην άκρη το τραπέζι.)

Αντίνοος (κατασκοπεύοντας): Δεν κατάφερε να τον θάψει. Το χώμα παραήταν σκληρό.

Κορυφαίος: Εκεί την αιφνιδίασαν οι φύλακες. Είναι ελεεινός όποιος έχει σε μεγαλύτερη εκτίμηση ένα αγαπημένο πλάσμα από την ίδια του την πατρίδα.

Αντίνοος: Έτσι ακριβώς!

Κορυφαίος (γλυκά): Κορίτσι μου, πώς δεν το σκέφτηκες; (Τρέχει προς τον σκελετό του Κρέοντα.)

Αντίνοος (υποκλίνεται, υπερβολικός και παρωδιακός): Ο βασιλιάς! Ο βασιλιάς!

Κορυφαίος: Αυτό είμαι. Δικός μου είναι ο θρόνος και η εξουσία.

Αντίνοος: Θα σου δείξει αυτός. Αντιγόνη. (Κάνει ένα νεύμα για να προχωρήσει.)

Κορυφαίος: Να τη, αυτή που ταπεινώνεται, αυτή που αναστενάζει, αυτή που υποφέρει από τον τρόμο και τρέμει.

Αντιγόνη (προχωρά γαλήνια): Τρομάζω και τρέμω, τρομάζω και τρέμω.

Κορυφαίος: Έκανες αυτό που απαγόρευσα.

Αντιγόνη: Αναγνωρίζω ότι το έκανα και δεν το αρνούμαι.

Αντίνοος (τρομαγμένος): Δεν το αρνείται!

Κορυφαίος: Παρέβης τον νόμο.

Αντιγόνη: Δεν τον υπαγόρευσε ο Θεός ούτε το δίκαιο.

Κορυφαίος: Τόλμησες να με αψηφήσεις, να με αψηφήσεις.

Αντιγόνη: Τόλμησα.

Κορυφαίος: Τρελή!

Αντιγόνη: Τρελός είναι όποιος με κατηγορεί για τρέλα.

Κορυφαίος: Η περηφάνια δεν αρκεί όταν είσαι σκλάβος του γείτονα.

Αντιγόνη (δείχνοντας τον Αντίνοο, κοροϊδευτικά): Γείτονας; Δεν είναι αυτός. Ούτε κι εσύ.

Αντίνοος (περήφανος): Δεν είμαι!

Κορυφαίος: Είναι!

Αντίνοος: Είμαι, ναι! (Αποσυντονίζεται) Τι πράγμα; Σκλάβος του γείτονα ή γείτονας του σκλάβου;

Κορυφαίος (ενώ η Αντιγόνη γελά): Τούτη εδώ με προσβάλει παραβιάζοντας τους νόμους, και τώρα βάζει από πάνω κι άλλη προσβολή: να κοκορεύεται και να γελάει.

Αντιγόνη: Δεν γελάω.

Κορυφαίος: Αυτή θα ήταν άντρας κι όχι εγώ αν την άφηνα ατιμώρητη. Ούτε εκείνη ούτε η αδερφή της θα γλιτώσουν απ’ τον πιο τρομερό θάνατο.

Αντιγόνη (χλωμιάζει): Η Ισμήνη; Η Ισμήνη γιατί;

Αντίνοος: Ναι. Η Ισμήνη γιατί;

Κορυφαίος (βγαίνει από τον σκελετό του, βιαστικός να ξαναπάρει τον ρόλο του): Γιατί;

Αντιγόνη: Αυτή δεν θέλησε να με βοηθήσει. Φοβήθηκε.

Κορυφαίος: Και πώς να μη φοβηθεί; Δεν είναι παρά ένα κοριτσάκι. Τόσο τρυφερό!

Αντιγόνη: Μπροστά στον Κρέοντα, κι εγώ φοβήθηκα.

Αντίνοος: Είναι ο βασιλιάς μας!

Αντιγόνη: Κι εγώ πριγκίπισσα! Κι ας με έχει διαλέξει η συμφορά.

Αντίνοος: Ναι! Κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης. Πριγκίπισσα.

Κορυφαίος: «Στέκει σκυθρωπή και ωχρή/ μα τι νά ‘χει η πριγκηπέσσα/ ξεπηδάνε στεναγμοί/ απ’ το φραουλένιο στόμα μέσα».

Αντίνοος: Που δεν κλαίει με παρακάλια, μήτε δίνει και φιλί.

Κορυφαίος: Αν καθότανε στ’ αυγά της/ αν δεν έθαβε τον αδερφό/ τον Αίμονα θα έπαιρνε/ σε γάμο λαμπερό! (Γελάνε)

Αντιγόνη: Μπροστά στον Κρέοντα φοβήθηκα. Αλλά εκείνος δεν το έμαθε. Κύριε, βασιλιά μου, φοβάμαι! Διπλώνομαι στα δύο από αυτό το ποταπό φορτίο που το λένε φόβο. Μη με τιμωρήσεις με τον θάνατο. Άσε με να παντρευτώ τον Αίμονα, τον γιο σου, να γνωρίσω τις χαρές του γάμου και της μητρότητας. Θέλω να δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν, να γεράσω αργά. Φοβάμαι! (Καλεί τον εαυτό της με μια κραυγή, ξαναβρίσκοντας την περηφάνια της) Αντιγόνη! (Ανασηκώνεται, στητή και προκλητική) Εγώ το έκανα! Εγώ το έκανα!

Κορυφαίος: Τρελάρα!

Αντιγόνη: Με κάλεσε ο Κρέων, αυτός ο τρελός για δέσιμο που νομίζει ότι ο θάνατος ασχολείται με ποταπά μίση. Νομίζει πως ο νόμος είναι νόμος επειδή βγαίνει από το στόμα του.

Κορυφαίος: Ο πιο ισχυρός διατάζει. Αυτός είναι ο νόμος!

Αντίνοος: Οι γυναίκες δεν τα βάζουν με τους άντρες!

Αντιγόνη: Επειδή είμαι γυναίκα, γεννήθηκα για να μοιράζομαι την αγάπη και όχι το μίσος.

Αντίνοο: Καμιά φορά ξεχνιέσαι.

Κορυφαίος: Το ακούσαμε! Και τι ωραία που ηχούσε! Γεννήθηκα για να μοιράζομαι την αγάπη και όχι το μίσος!

Αντιγόνη: Το είπα στον Κρέοντα, που πάντα κουβαλάει το μίσος του με συνοδεία, ου γαρ έρχεται μόνον. Το μίσος.

Κορυφαίος: Η οργή. Το άδικο.

Αντιγόνη: Εγώ διατάζω.

Κορυφαίος: Δεν πρόκειται να με διατάξει μια γυναίκα.

Αντιγόνη: Και ήδη έδινε διαταγές, ταπεινωμένος. Yποβιβασμένος απ’ την ίδια του την παντοδυναμία.

Αντίνοος: Δεν θα έλεγα υποβιβασμένος.

Κορυφαίος (τον μιμείται, με πόνο): Δεν θα έλεγα, δεν θα έλεγα! Ούτε κι εγώ. Η Ισμήνη φάνηκε πιο ξύπνια.

Αντιγόνη: Δεν θέλησε να με βοηθήσει. Φοβήθηκε. Και με φόβο, σαν να ήταν ένοχη, ο Κρέων την ανάγκασε να παρουσιαστεί ενώπιόν του. Ο Πολυνείκης φωνάζει για χώμα. Χώμα γυρεύουν οι νεκροί κι όχι νερό ή χλεύη. (Αναστενάζει όπως η Ισμήνη) Μην κλαις, Ισμήνη. Δεν θέλεις να με βοηθήσεις. «Σςςςςςςςςς! Σιωπή, κανένας να μην καταλάβει τον σκοπό σου. Όποιος αγγίξει το κουφάρι του Πολυνείκη θα λιθοβολείται. Ζητώ συγγνώμη απ’ τους νεκρούς. Θα δείξω υπακοή». Σε ποιον, Ισμήνη; Στον Κρέοντα, τον δήμιο;

Κορυφαίος: Δήμιο, είπε δήμιο.

Οι δυο τους: Όταν μιλάμε για εξουσία/ το αίμα αρχίζει να κυλά.
(Βάζουν στην άκρη το τραπέζι.)

Αντιγόνη: Εγώ δεν ήθελα να απαιτήσω από εκείνη τίποτα. Θα ήθελα να την πάρω μες στα χέρια μου, να την παρηγορήσω όπως όταν ήταν μικρή, όταν ερχόταν να με βρει, κλαίγοντας, γιατί της έκλεβαν τους σβώλους που είχε για να παίζει ή χτύπαγε στα σκαλοπάτια. Μικρούλα, μικρούλα, μην βασανίζεσαι. Άκου όμως τις κραυγές μου. Οργή! Οργή! Μου είσαι μισητή με την τόση δειλία! Να μάθει όλος ο κόσμος πως θα θάψω τον Πολυνείκη. Δυνατά, θα θάψω τον νεκρό μου!

Κορυφαίος: Ζαλισμένη, η Ισμήνη περιπλανιόταν μέσα στο παλάτι, αθώα με αέρα ένοχης, γνωρίζοντας αυτό που θα προτιμούσε να αγνοεί.

Αντιγόνη (χτυπά το στήθος της): «Γνωρίζω! Τίποτα δεν αγνοώ!» Μπροστά στον Κρέοντα βρήκε το θάρρος, καλύτερο από το δικό μου γιατί το γεννούσε ο φόβος. «Ήμουν ένοχη, ένοχη». (Γελάει, κοροϊδευτικά) Ένοχη, εκείνη, που αγαπά μόνο στα λόγια!

Κορυφαίος: Δεν θα δεχτώ μια ενοχή που δεν είχες.

Αντίνοος: Έτσι την έδιωξε;

Κορυφαίος: Έτσι. Η Ισμήνη, μέσα στη συμφορά, θέλησε να πιαστεί απ’ το ίδιο ρίσκο. Κάποια άλλη, όχι η Αντιγόνη, τι θα είχε κάνει; Θα γέμιζε από ευγνωμοσύνη, θα άνοιγε την αγκαλιά!

Αντιγόνη: Εγώ την έκλεισα.

Αντίνοος: Αχόρταγη! Της φάνηκε λίγο.

Κορυφαίος: Έχει την έξη της περηφάνιας. Ηρωισμός και περηφάνια, πού οδηγούν; (Τρίβει πάλι με νόημα το λαιμό του.)

Αντιγόνη (γλυκά): Ισμήνη, αγαπημένο πρόσωπο, αδελφή, μικρούλα μου, έχω ανάγκη τη σκληρότητα της δικής μου επιλογής. Μακριά από ζήλιες, θέλω να γλιτώσεις από τον θάνατο που περιμένει εμένα. Ο Κρέοντας μας είπε και τις δυο τρελές, γιατί κι οι δυο τού πηγαίναμε κόντρα, και οι δυο αψηφούσαμε τους νόμους του. Θέλαμε δικαιοσύνη, εγώ για την ίδια τη δικαιοσύνη κι εκείνη από αγάπη.

Κορυφαίος: Δεν πάει να φλυαρεί, το ριζικό της έχει σφραγιστεί.

Αντίνοος (σηκώνεται κι απομακρύνεται): Δεν θέλω να το δω. Παραέχω δει ως τώρα!

Κορυφαίος (τον ψάχνει): Κάτσε! Θα έρθει ο Αίμονας να αιτηθεί για χάρη της.

Αντίνοος: Και με τι μούτρα; Μουτρωμένα;

Κορυφαίος: Τι νομίζεις; Κάνε τη σούμα: καταδικάστηκε η Αντιγόνη, πάει κι ο γάμος του.

Αντίνοος: Τον καημενούλη.

Κορυφαίος: Θα βρει ευκαιρία για μια φράση αριστούργημα.

Αντίνοος: Ποια;

Κορυφαίος: Μόνο σε έρημη χώρα μπορεί κανείς να κυβερνά καλά.

Αντιγόνη: Αίμονα, Αίμονα!

Κορυφαίος (πάει προς τον σκελετό): Την αγαπάει την Αντιγόνη.

Αντίνοος: Μην του την πάρεις!

Κορυφαίος (στον σκελετό): Όχι εγώ. Ο θάνατος. (Γελάει, χαμηλόφωνα) Αίμονα; (Η Αντιγόνη γυρνάει προς το μέρος του.) Δεν είσαι οργισμένος;

Αντιγόνη/Αίμονας (όλες οι απαντήσεις της με φωνή ουδέτερη): Όχι.

Κορυφαίος: Θα είμαι ανένδοτος.

Αντιγόνη: Το ξέρω.

Κορυφαίος: Τίποτα δεν θ’ αλλάξει την απόφασή μου.

Αντιγόνη: Δεν θα προσπαθήσω να την αλλάξω.

Κορυφαίος: Χαίρομαι. Εύχεται κανείς νά ‘χει υπάκουα παιδιά να αντιπληρώνουν έχθρα στου πατέρα τους εχθρούς και να τιμούν τους φίλους του.

Αντιγόνη: Δίκαιο ακούγεται.

Κορυφαίος: Η αναρχία είναι το χειρότερο κακό. Όποιος παραβαίνει τον νόμο και πάει να μου δώσει εντολές, δεν θα κερδίσει ποτέ τον έπαινό μου. Εμπιστεύομαι μόνο όσους υπακούν.

Αντιγόνη: Δεν θα τολμούσα να πω πως τα λόγια σου δεν είναι λογικά. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλοι που μιλούν με σύνεση. Το βλέμμα σου φέρνει τρόμο. Μπορώ κι ακούω τι λέει ο κόσμος. Δεν της αξίζει ανταμοιβή αντί για τιμωρία;

Κορυφαίος: Αυτή η γυναίκα σού ‘χει σφηνωθεί στον νου.

Αντιγόνη: Μιλάω με τη λογική μου.

Κορυφαίος: Που η φωνή της είναι θηλυκιά. Πιο κρύα αγκαλιά από αυτή μιας ξεροκέφαλης, ατίθασης γυναίκας, δεν υπάρχει.

Αντιγόνη: Ξεροκέφαλη; Ατίθαση.

Κορυφαίος: Όπως εκείνη. Φτύσ’ την στο πρόσωπο, κι ας πάει στην κόλαση να ψάξει άντρα.

Αντιγόνη: Θα τη φτύσω. (Σιωπή. Φέρνει το χέρι της στο πρόσωπο.) Δεν με έφτυσε, Κρέοντα.

Κορυφαίος (βγαίνει από τον σκελετό και απευθύνεται στην Αντιγόνη): Πρέπει να νιώθεις περήφανη.

Αντιγόνη: Για ποιο πράγμα;

Κορυφαίος: Που ένα αγοράκι σαν τον Αίμονα θέλει να κάνει μάθημα στον πατέρα του, τον βασιλιά!

Αντιγόνη: Κι αν είμαι νέα, μην κοιτάς την ηλικία μου αλλά τις πράξεις μου. Νιώθω περήφανη για την περηφάνια του Αίμονα.

Κορυφαίος (πλησιάζει το τραπέζι, εξοργισμένος): Νιάτα!

Αντίνοος: Τώρα όλα είναι καλά, μα τι κουβέντα ήταν αυτή! Ως τη γωνία ακούστηκε.

Κορυφαίος: Αν ύψωσε τη φωνή, είχε τα δίκια του.

Αντίνοος: Είπες, τι νιάτα!

Κορυφαίος: Ε και; Δεν μιλούσα για τον Αίμονα. Μίλησα εκ μέρους όλων μας. Είπα αυτό που σκεφτόμασταν όλοι.

Αντίνοος (προβληματισμένος): Τι; (Πιάνει το πρόσωπό του.)

Κορυφαίος: Την καταδίκασες αδίκως.

Αντίνοος: Αυτό ακριβώς!

Κορυφαίος: Τι δικηγόρους είχε; Τι δικαστές; Ποιος ήταν στο πλευρό της;

Αντίνοος: Ο πατέρας της;

Κορυφαίος: Δεν έχει!

Αντίνοος: Η μητέρα της; (Γνέφει αρνητικά στον Κορυφαίο) Τα αδέρφια της; (Το ίδιο) Οι φίλοι της; Τη γράπωσε κι αποφάσισε: αυτή θα τη διαλύσω.

Κορυφαίος: Κι εμείς λέμε: Πώς; Αυτή βρήκε να καταδικάσει; Που δεν άντεξε να μείνει άταφος ο αδερφός της που έπεσε στη μάχη. Δεν της αξίζει ανταμοιβή και όχι τιμωρία;

Αντίνοος (ικανοποιημένος): Αυτό είπαμε!

Κορυφαίος: Από όσα είπαμε, ο Κρέοντας… (χειρονομία)

Αντιγόνη: Πάντα από λόγια μυστικά γεννιέται η δημόσια κατακραυγή. Όποιος πιστεύει ότι σκέφτεται ή μιλάει όπως άλλος κανείς, είναι κούφιος μέσα του.

Αντίνοος: Πολύ σωστά μίλησε ο Αίμονας!

Κορυφαίος: Και ο Κρέοντας! Είπε: Εμπιστεύομαι μόνο όσους υπακούν. Όσους δεν θα παραβούν τον νόμο.

Αντίνοος (πολύ συγχυσμένος): Μόνο ένας πρέπει να μιλάει σωστά, να ξέρουμε κι εμείς τι να αποφασίσουμε!

Κορυφαίος: Θα σου πω εγώ. (Μεγαλόπρεπα, πλησιάζει προς τον σκελετό, αλλά σταματάει στα μισά της διαδρομής. Γυρνάει προς την Αντιγόνη.) Η πόλη ανήκει σ’ αυτόν που την κυβερνά.

Αντιγόνη: Μόνος, σε έρημη χώρα, θα μπορείς να κυβερνάς καλά.

Κορυφαίος: Να ’τη! Η φράση!

Αντίνοος (πολύ συγχυσμένος): Πάλι τα ίδια! Ποιος είναι με τα λογικά του;

Κορυφαίος: Και βρίστηκαν. Ο Κρέοντας τον αποκάλεσε ηλίθιο και ο Αίμονας του είπε πως κάνει σαν αμούστακο παιδί!

Αντίνοος: Στον πατέρα;

Κορυφαίος: Στον πατέρα! «Δεν πρόκειται να την παντρευτείς ζωντανή!» είπε ο Κρέοντας.

Αντίνοος: Ωραία!

Κορυφαίος: «Θα πεθάνει, αλλά δεν θα πεθάνει μόνη», απάντησε ο Αίμονας.

Αντίνοος: Μα τι τόλμη!

Κορυφαίος: Ποιο πράγμα; Το να αντικρούεις ανόητες κουβέντες;

Αντίνοος: Δεν ήταν ανόητες!

Κορυφαίος (Τον κοιτάζει απειλητικά. Ξαφνικά χαμογελάει.): Μπορεί… Το ελάττωμά μου είναι ότι συγκινούμαι εύκολα.

Αντιγόνη: Ο Κρέοντας πρόσταξε να με φωνάξουν –εμένα, τη σιχαμένη, το έκτρωμα– για να πεθάνω παρουσία του Αίμονα, μπροστά στα μάτια του.

Κορυφαίος: Δεν το κατάφερε. Δεν το θέλησε ο Αίμονας!

Αντιγόνη: Το ξέρω ότι δεν το θέλησε.

Κορυφαίος: Δεν θα πεθάνει μπροστά μου –είπε ο Αίμονας– και δεν θα με ξαναδείς στα μάτια σου! (Σηκώνεται) Μείνε να λυσσοδέρνεσαι με αυτούς που σε πλευρίζουν. Δεν θα με ξαναδείς ποτέ!

Αντίνοος: Κάθισε. Μη μ’ αφήνεις μόνο!

Κορυφαίος: Γιατί; Τι φοβάσαι;

Αντίνοος: Τίποτα! (Εμπιστευτικά) Τόλμησα να πω στον Κρέοντα ότι ο Αίμονας ήταν απεγνωσμένος. Πράγμα επικίνδυνο σε αυτή την ηλικία.

Κορυφαίος: Και τι κατάφερες; Τι ρίσκαρες; Εγώ, εγώ τον παρακάλεσα για την Ισμήνη! Ποιο ήταν το κρίμα της; Να ακούσει την τρελή. Δεν άγγιξε το πτώμα.

Αντίνοος: Ο Κρέοντας δεν είναι παράλογος.

Κορυφαίος: Τη συγχώρησε.

Αντίνοος: Ναι. Και μετά;

Κορυφαίος: Μετά, τι;

Αντίνοος: Την Ισμήνη τη βόλεψες. «Τι θάνατο θα έχει η Αντιγόνη», ρώτησες ευγενικά.

Κορυφαίος: Είχε ήδη αποφασιστεί. Τι μπορούσα να αλλάξω εγώ; Θα την κλείσω στη σπηλιά ενός βράχου με τρόφιμα για μια μέρα.

Αντιγόνη: Έκανα το τελευταίο μου ταξίδι.

Κορυφαίος: Εκεί μέσα, θα μπορεί να καλέσει τον θάνατο, να του ζητήσει να μην την αγγίξει.

Αντιγόνη: Να μη με αγγίξει. Μη με αγγίζεις, θάνατε!

Κορυφαίος: Ή θα αντιληφθεί, λίγο αργά βέβαια, τι μάταιο που είναι να θέτει στο θάνατο αιτήματα ζωής.

Αντιγόνη: Και όμως παρ’ όλα αυτά, ζητάω.

Κορυφαίος (θλιμμένα): Μάταιο αλλά δωρεάν!

Αντιγόνη: Ζητάω το φως του ήλιου. Τα μάτια μου δεν χόρτασαν το φως.

Κορυφαίος: Έρωτας, έρωτας! Τι καταστροφή! Το λέω για τον Αίμονα. Νικάει ο πόθος, και πού πάνε οι νόμοι του κόσμου;

Αντίνοος: Ναι ναι, αλλά τι σχέση έχουν οι νόμοι με την Αντιγόνη; Την κοιτάζω και…

Κορυφαίος: Προχωράει προς την κλίνη όπου όλοι θα πρέπει να ξαπλώσουμε.

Αντιγόνη: Έκανα το τελευταίο μου ταξίδι. Να λες «η τελευταία φορά». (Η φωνή της παραμορφώνεται) Τελ… ευταία φορά. Να ξέρεις… ότι πιο πέρα δεν υπάρχει φως, ούτε φωνή. Ο θάνατος, που κοιμίζει ό,τι αναπνέει, με σέρνει στις όχθες του. Δεν γνώρισα γαμήλια νύχτα, νυφικά τραγούδια. Παρθένα φεύγω. Νύφη του θανάτου.

Κορυφαίος: Ξεχνάς τα πλεονεκτήματα: προς τη δόξα των ίσκιων τραβάς – και των ύμνων.

Αντίνοος: Σε αποδέχονται όλοι!

Κορυφαίος: Δίχως αρρώστιες, δίχως ταλαιπώριες!

Αντίνοος: Δίχως τα γηρατειά και το σαράκι τους!

Κορυφαίος: Με θέλημα δικό σου, σα να λέμε, ανάμεσα σε όλους εμάς, θα κατεβείς ελεύθερη και ζωντανή στον θάνατο. Δεν είναι και τόσο τραγικό!

Αντιγόνη: Σαν τη Νιόβη, η μοίρα θα με κοιμίσει κάτω από ένα πέπλο πέτρινο.

Κορυφαίος: Ναι αλλά η Νιόβη ήταν θεά και θεογέννητη. Εμείς θνητοί και από τη γέννα μελλοθάνατοι.

Αντίνοος: Κάπως βαρύγδουπο να την ακούς να λέει πως μοιράζεται τη μοίρα των θεών!
(Γελάνε)

Αντιγόνη: Με περιγελούν!

Κορυφαίος: Όχι, όχι!
(Γελάνε)

Αντιγόνη: Γιατί με προσβάλλετε πριν το θάνατό μου, ενώ ακόμη ανασαίνω;

Κορυφαίος: Εντάξει, ένα αστείο κάναμε! Μην παρεξηγείσαι!
(Δελεασμένοι, γελάνε σφίγγοντας τα χείλη τους, καταπίνοντας το γέλιο τους.)

Αντιγόνη: Ω πολίτες καλότυχοι, άκλαυτη φεύγω, είστε μάρτυρες…

Κορυφαίος: Θεέ μου, άρχισε να κλαίγεται!
(Προσπαθεί να ξεφύγει)

Αντιγόνη: Πως οι νόμοι –ποιοι νόμοι!– με σέρνουνε σε μια σπηλιά που θα γίνει ο τάφος μου. Το κλάμα μου κανένας δεν θα ακούσει, τον πόνο μου κανείς δεν θα τον νιώσει. Θα ζουν στο φως σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Με ποιον να μοιραστώ το σπίτι μου; Ούτε με όσους ζουν θα είμαι ούτε με όσους πέθαναν, δεν πιάνομαι ούτε για νεκρή ούτε για ζωντανή. Θα εξαφανιστώ από τον κόσμο, εν ζωή.

Κορυφαίος (γλυκά): Η τιμωρία προϋποθέτει το αδίκημα, κόρη μου. Δεν υπάρχουν αθώοι.

Αντίνοος (χαμηλόφωνα): Ποτέ; (Ανασυντάσσεται) Το εγκρίνω: πολύ σωστά τα λες!

Κορυφαίος: Κι αν σου έλαχε η τιμωρία, κάτι θα έκανες που δεν θα έπρεπε να κάνεις. Τι γυρεύεις; Έφτασες το θράσος σου στα άκρα, και γκρεμοτσακίστηκες.

Αντίνοος: Μπαμ!

Αντιγόνη: Αχ, τι ολέθριο γάμο μού κατάφερες, αδερφέ! Με σκότωσες με τον θάνατό σου, ενώ μετά από σένα θα επιζούσα.

Αντίνοος: Μου ραγίζει την καρδιά!

Κορυφαίος: Κι εμένα. Αλλά η εξουσία είναι απαράβατη για όποιον την κατέχει. Πώς της ήρθε να αντισταθεί; Μην διαμαρτύρεσαι, φίλη μου, κανείς δεν εξαγόρασε τη μοίρα του, είτε εντός είτε εκτός των κανόνων, με χάλκινα κέρματα.

Αντίνοος: Από κακό του κεφαλιού της πήγε.

Κορυφαίος: Έπρεπε να είχε ακούσει συμβουλές. Τις δικές μας συμβουλές!

Αντιγόνη: Ο ήλιος! Ο ήλιος!

Κορυφαίος: Εκεί είναι. Δες τον για τελευταία φορά.

Αντιγόνη: Για τελευταία φορά. Με παίρνουν άκλαυτη, άφιλη, ανυμέναιη. Στον θάνατό μου δεν υπάρχουν δάκρυα ούτε θρήνοι. Μονάχα οι δικοί μου θρήνοι.

Κορυφαίος: Είδες τον ήλιο; Τον ευχαριστήθηκες; Σε ζέστανε; Καλά, σταμάτα! Αν μας άφηναν να θρηνούμε μελλοθάνατοι, κανένας δεν θα πέθαινε ποτέ!

Αντίνοος: Βαρέθηκα! Δεν την τελειώνει!

Κορυφαίος: Εγώ θα την τελειώσω! (Κατευθύνεται προς τον σκελετό, σταματάει στα μισά της διαδρομής) Θα μετανιώσουν γι’ αυτή την αργοπορία τους όσοι αργούν να την οδηγήσουν στο θάνατο! (Φορώντας τον σκελετό.)

Κορυφαίος: Κλείστε τη μέσα! Παρατήστε τη σ’ αυτόν τον τάφο. Αν θέλει να πεθάνει εκεί, ας πεθάνει. Αν θέλει να ζήσει θαμμένη κάτω από αυτή τη στέγη, ας ζήσει. Εμείς θα μείνουμε από τον θάνατό της καθαροί κι εκείνη δεν θα έχει επαφή με τους ζωντανούς.

Αντίνοος: Τι σοφία! Και ναι και όχι, τη σκοτώνουμε δεν τη σκοτώνουμε.

Αντιγόνη: Ω τάφε μου, νυμφώνα μου, βαθιά στον βράχο/ παντοτινή σκοπιά μου στο αιώνιο σκότος,/ –πέρασμα για μένα στους δικούς μου./ Έσχατη τώρα και γι’ αυτό η πιο δύστυχη./ Φέρνω στους κάτω μιαν ανεκπλήρωτη ζωή./ Μια ελπίδα μόνο: Προσδοκώ αγάπη των νεκρών./ Κατεβαίνω προς την αγάπη του πατέρα μου,/ μανούλα την αγάπη σου, και τη δική σου, αδελφέ μου./ Γιατί χέρια αγάπης/ ετούτα εδώ, σας έλουσαν, σας στόλισαν, κι άμεμπτους σας προβοδίσαν απ’ τον χρόνο/ με γάλα, με μέλι, μ’ επιτύμβιες χοές./ Και τώρα,/ για ν’ αγκαλιάσω, Πολυνείκη,/ το δικό σου κορμί, να τι έπαθλο κερδίζω./ Εγώ ποτέ, κι αν ήμουν μάνα/ κι έχανα παιδί, κι αν έλιωνε ο άντρας μου/ νεκρός, ποτέ, το λέω, δεν θ’ άνοιγα,/ τέτοιον αγώνα ενάντια σ’ όλους τους πολίτες. Πολυνείκη, Πολυνείκη, ξέρεις γιατί το λέω! Γυναίκα δίχως άντρα μπορεί να πάρει άλλον,/ και παιδί απ’ άλλον άντρα ν’ αναστήσει./ Μα εμένα, πατέρας μάνα, στον Άδη πια/ Ασώματοι/ Ποτέ ξανά δεν θα γνωρίσω αδέρφι. Δεν γίνεται να ξαναγεννηθείς ποτέ, Πολυνείκη! Ο Κρέοντας με καταδίκασε, αδερφέ μου.

Κορυφαίος (βγαίνοντας από τον σκελετό): Και δικαίως!

Αντιγόνη: Ποιον νόμο παραβίασα; Ποιον Θεό προσέβαλα; Αλλά πώς να πιστέψω πλέον στον Θεό; Σε ποιον να απευθυνθώ τη στιγμή που πληρώνω την ευσέβειά μου με τέτοια ανόσια μεταχείριση; Αν είναι αυτό το δίκαιο, έκανα λάθος. Αν όμως είναι οι διώκτες μου που σφάλλουν, εύχομαι να τους βρει το ίδιο κακό που άδικα έφεραν σε μένα. Το ίδιο κακό, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, το ίδιο κακό!

Αντίνοος: Τελειωμό δεν έχει! Μυαλωμένη που είναι!

Κορυφαίος: Μνησίκακη είναι, το βιολί βιολάκι της. (Στα κρυφά, στην Αντιγόνη) Υπάρχει κάτι που ονομάζεται μετάνοια! Δεν ωφελεί και πολύ, αλλά παρηγορεί.

Αντίνοος: Αφού ξέρουμε ήδη ότι πεθαίνει, γιατί δεν πεθαίνει!

Κορυφαίος: Δεν είπε ο Κρέοντας πως θα το μετανιώσουν γι’ αυτές τις καθυστερήσεις όσοι αργούν να την οδηγήσουν στο θάνατο;
(Ακούγεται σιγανά ο ήχος από φτερουγίσματα και κρωξίματα)

Αντιγόνη: Με παίρνουν! Δείτε σε τι μαρτύριο και από ποιους δικαστές καταδικάζομαι!

Αντίνοος: Υποφέρει.

Κορυφαίος: Πάντα υποφέρει όποιος χάνει το ουράνιο φως για τον ζόφο της φυλακής. Σε πολλές έλαχε παρόμοια μοίρα. Όταν προσβάλλεις την εξουσία και ξεπερνάς τα όρια, κόρη μου, πάντα το τίμημα πληρώνεται με αίμα.

(Εντείνεται ο ήχος από βραχνά, αλλόκοτα κρωξίματα, βαριά φτερουγίσματα που δυναμώνουν και χαμηλώνουν.)

Κορυφαίος: Τι θόρυβος είναι αυτός;

Αντίνοος: Της άνοιξης πουλιά.

Κορυφαίος (παγερά): Ηλίθιε.

Αντίνοος: Με βρίζουν. Φεύγω.

Κορυφαίος: Μείνε! Θα συμβεί κάτι την τελευταία στιγμή.

Αντιγόνη: Δεν το ήξερα. Δεν ήξερα ότι ο Κρέοντας…
Αντίνοος: Θα βρει υπερασπιστή;

Κορυφαίος: Όχι, ποτέ!

Αντίνοος: Και τότε;

Αντιγόνη (διώχνει τα τεράστια φτερά): Φύγετε! Φύγετε! (Βογκάει από τρόμο, προσπαθώντας να προστατευτεί. Με προσπάθεια αυτοσυγκρατείται.) Όχι! Καλά κάνουν και με σκεπάζουν με τα βρωμερά φτερά τους, με τσιμπάνε με τα ράμφη τους! (Παραδίνεται, άγρια, σφίγγοντας τα δόντια.) Δαγκώνουν! Δαγκώνουν! Μα δεν θα με πονέσουν περισσότερο από τον Κρέοντα!

Αντίνοος: Θέλω να πάω σπίτι μου. Κρυώνω!

Κορυφαίος: Άντε πάμε να φύγουμε! Θα έπινα άλλον έναν καφέ. (Σηκώνεται με το φλιτζάνι στο χέρι και πάει να βρει άλλον καφέ. Κοντοστέκεται μπροστά στον σκελετό του Κρέοντα)

Αντίνοος (κάτι πέφτει πάνω στο τραπέζι, το πιάνει με αηδία): Τι είναι αυτό; Μπίχλα!

Κορυφαίος: Ουδείς λόγος ανησυχίας! Θα έρθει ο Τειρεσίας και, παρότι τυφλός, ο Τειρεσίας ο ιερέας, όλα τα τακτοποιεί! (Μπαίνει στον σκελετό) Τι νέα, γερο-Τειρεσία; Με τρομάζει η σκοτεινιασμένη σου όψη, σαν διπλή τύφλα. Ποτέ μου δεν παράκουσα τις συμβουλές σου. Γι’ αυτό και κυβέρνησα τόσο καλά την πόλη. (Στον εαυτό του) Με συμφωνίες συμφέρουσες. (Παύση) Τι σκατά είναι αυτό; Έπεσε πάνω μου! (Φεύγει, διώχνοντας τις βρωμιές που πέφτουν πάνω του.)

Αντίνοος (Κρύβει με το χέρι του κάτι που έπεσε στο μπράτσο του, τρομαγμένος και ακίνητος. Αργά-αργά, απομακρύνει το χέρι του ενώ κοιτάζει προς τα πάνω.): Πανούκλα!

Κορυφαίος: Τι; Πανούκλα!

Αντίνοος: Θέλω να πάω σπίτι!

Κορυφαίος: Πουλιά ξελιγωμένα ξέσκισαν το πτώμα του Πολυνείκη. Γι’ αυτό ουρλιάζουν. Έφαγαν σάρκα και αίμα ενός που σκοτώθηκε στη μάχη.

Αντίνοος: Να το τακτοποιήσει ο Τειρεσίας αυτό! Θέλω να πάω σπίτι!

Κορυφαίος: Και σπίτι σου η πανούκλα θα σε ακολουθεί.

Αντίνοος: Θα ταμπουρωθώ!

Κορυφαίος: Η πανούκλα θα σε ακολουθεί! Κανένας Θεός δεν θα ακούσει τις ικεσίες μας. Καταραμένα όρνια!

Αντιγόνη: Το κακό που επιτράπηκε μας μολύνει όλους. Κρυμμένοι σπίτια τους, ο φόβος τους καταβροχθίζει, η πανούκλα τους ακολουθεί.

Κορυφαίος: Μπορεί και όχι, εάν ο Τειρεσίας καταφέρει από τον Κρέοντα αυτό που σου αρνήθηκε το πείσμα σου.

Αντιγόνη: Μην πείσεις τον Κρέοντα, Τειρεσία. Ο Κρέοντας σου είπε πως ολόκληρη η φυλή των ιερέων αγαπάει το χρήμα. (Γελάει) Και του απάντησες πως των τυράννων η φυλή αγαπάει το αισχρό κέρδος. Καταλαβαίνετε καλά ο ένας τον άλλο! (Διώχνει τα φτερά, που το πέταγμά τους έχει υποχωρήσει) Εγώ δεν φοβάμαι! Τι σου λέει ο Τειρεσίας; Πως θα πληρώσεις με τον θάνατο ενός πλάσματος απ’ το δικό σου αίμα γεννημένου… (Σκοτεινιάζει) Ο Αίμ… Ο Αίμονας… γιατί με πέταξες στον τάφο και γιατί άφησες του Πολυνείκη το κουφάρι άταφο. Στου Τειρεσία το στόμα η αλήθεια με το ψέμα συγχέονται. Μην τα βάζεις με ένα πτώμα. Τι είδους κατόρθωμα είναι το να θανατώνεις πεθαμένο;

Κορυφαίος: Ναι, αυτό θα πει.

Αντιγόνη: Σκυλιά, λύκοι και όρνια ξέσκισαν τη σορό του αδερφού μου και με τα απομεινάρια του σπίλωσαν τους βωμούς.

Κορυφαίος: Πανούκλα!

Αντιγόνη: Κλονίζονται οι πόλεις.

Κορυφαίος: Πανούκλα!

Αντιγόνη: Τειρεσία, αυτό σε τρομάζει! Ξέρεις να αγαπάς την εξουσία στην ακμή της και να αποτραβιέσαι όταν παρακμάζει. Αιτήθηκες για μένα, για τον σπαραγμένο Πολυνείκη. Και από φόβο, ο Κρέοντας με συγχώρησε. (Παύση) Δεν το ήξερα.

(Σταματούν τα κρωξίματα και τα φτερουγίσματα.)

Κορυφαίος: Φοβάμαι πως θα πρέπει να σεβαστώ τους νόμους, είπε ο Κρέοντας.

Αντίνοος: Νωρίς το κατάλαβε!

Κορυφαίος: Θα πρέπει και να σεβαστεί τα συναισθήματά του όταν ο Αίμονας… (Χειρονομία μαχαιρώματος)

Αντιγόνη (σιγοτραγουδάει, βάζει το στεφάνι από λουλούδια): Παντρεύτηκα. (Στρίβει αλλόκοτα τον λαιμό της, το σώμα της μοιάζει να αιωρείται, κρεμασμένο) Ήρθε ο θάνατος, γυναίκα, μάνα, αδερφή…

Κορυφαίος: Αχ, η οργή του Αίμονα!

Αντίνοος: Ορμή των νιάτων!

Κορυφαίος: Ο Κρέοντας τον φώναξε με λυγμούς! Πώς μπήκες στον τάφο; Ακούω τη φωνή σου ή με γελούν οι αισθήσεις μου; Σπρώξτε την πέτρα που φράζει την είσοδο. Αίμονα! Σε ικετεύω! Βγες από τον τάφο! (Κλαίγοντας γοερά, παρωδιακά.)

Αντιγόνη: Ο Αίμονας με κρατούσε από τη μέση αγκαλιά.

Κορυφαίος: Και τι κάνει ο Αίμονας; Φτύνει τον πατέρα του! (Φτύνει τον Αντίνοο στο πρόσωπο.)

Αντίνοος: Όχι εμένα!

Κορυφαίος: Τραβάει το σπαθί του και..! (Επιτίθεται.)

Αντίνοος (πηδώντας): Στο τσακ τη γλίτωσε ο Κρέοντας.

Κορυφαίος: Καλύτερα να είχε σκάσει. Υπάρχει κάτι αθλιότερο από την αθλιότητα καθαυτή; Όχι μονάχα ο Αίμονας, αλλά και η Ευρυδίκη, η μητέρα του, έδωσε τέλος στη ζωή της με κοφτερή μαχαιριά.

Αντίνοος: Κι εκείνη ακόμη; Κανείς δεν έμεινε!

Κορυφαίος: Μένει ο Κρέοντας. (Μπαίνει στον σκελετό.)

Αντιγόνη: Έκλαιγε, με κρατούσε από τη μέση αγκαλιά.

Κορυφαίος: Αίμονα, δύστυχε! Σε τι κακοτοπιά γυρεύεις να χαθείς;

Αντιγόνη: Αστόχησε, δεν πέτυχε τον Κρέοντα, ρίχτηκε πάνω στο σπαθί του. Για λίγο ακόμη ανάσαινε, πιάστηκε από τα χέρια μου κι ύστερα πέθανε μέσα σε καταρράκτες αίμα… αίμα… αίμα… στην όψη μου… (Ξαφνικά ουρλιάζει) Αίμονα! Αίμονα, όχι! Μη σκοτωθείς! Μην κάνεις διπλή τη μοναξιά μου!

Αντίνοος: Κι όλα αυτά επειδή λείπει η φρόνηση. Λάθος κάνω;

Κορυφαίος: Αχ, σφάλματα που έκαναν αυτές οι φρένες! Σκοτώνουν και πεθαίνουν οι άνθρωποι της γενιάς μου. Αχ, γιε μου, γιε μου! Όλες τις συμφορές τις έσπειραν στο γένος μου και πάνω σ’ αυτή τη γη! Και τώρα εγώ, ένοχος! Εναντίον μου, όλα τα πυρά! Θα υποφέρω σ’ αυτή τη φυλακή, με νερό και ψωμί! (Κλαίει με λυγμούς, ειλικρινά.)

Αντίνοος (μπερδεμένος): Μα ακόμα έχει εξουσία… Φυλακή; Τι εννοεί φυλακή; Ψωμί και νερό λέει τα κρασιά και τα εδέσματα; Τις τελετές, τις υποκλίσεις;

Κορυφαίος: Θα υποφέρω μέχρι να καταλάβουν.

Αντίνοος: Έχει μεγάλη καρδιά που εύκολα συγχωρεί…

Αντιγόνη: Τα εγκλήματά του.

Κορυφαίος: Δικός μου ήταν ο θρόνος κι η εξουσία. (Ντροπιασμένος) Ακόμα είναι…

Αντίνοος: Παρά τον φριχτό πόνο του το απολαμβάνει! Απόλυτη ευτυχία! Όπως εμείς!

Αντιγόνη: (βγάζει ένα βογκητό ζώου)

Κορυφαίος: Τους συγχωρώ! Ουκ γαρ οίδασι τι ποιούσι. Θέλουν να με καταδικάσουν, εμένα, που έδωσα τον γιο μου, τη γυναίκα μου, να γίνουν ολοκαύτωμα. Αντιγόνη, που έφερες τόσα δεινά πάνω σε μένα και τη γενιά μου, σε συγχωρώ!

Αντίνοος (θεατρικά): Μπράβο!

(Βγαίνει από τον σκελετό ο Κορυφαίος, χαιρετά.)

Αντιγόνη (τραγουδάει):
«Τον τύλιξε ένα σάβανο
Το μνήμα του σκεπάσαν
λουλούδια που τα πότισε το κλάμα».
Σε κλαίω, Αίμονα! Αίμα, πόσο αίμα είχες! (Πιάνει το πρόσωπό της) Έχω γεμίσει, μέσα κι έξω, με το αίμα σου. Δεν… το θέλω, δεν… το θέλω. Είναι δικό σου. Πιες το αίμα σου, Αίμονα! Πάρε το αίμα σου πίσω! Έλα πίσω στη ζωή!

Αντίνοος: Θα το καταφέρει;

Κορυφαίος (γελώντας με τη βλακεία του): Λίγο δύσκολο.

Αντίνοος: Ωστόσο…

Κορυφαίος (κατηγορηματικά): Όταν μπαίνει στη μέση το αίμα, ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται, βλαξ!

Αντιγόνη (γλυκά): Την έκανες διπλή τη μοναξιά μου. Γιατί προτίμησες το τίποτα και όχι τη στενοχώρια; Τη φυγή αντί για το πείσμα των χαμένων;

Αντίνοος: Ήταν νεότατος!

Κορυφαίος: Κι εσύ; Γιατί βιάστηκες τόσο; (Χειρονομία κρεμασμένου.)

Αντιγόνη: Φοβήθηκα την πείνα και τη δίψα. Μην καταρρεύσω αναξιοπρεπώς. Μην υποκύψω, μην ικετέψω, την τελευταία στιγμή.

Αντίνοος: Κι οι πιο σκληρές καρδιές μπορεί να μαλακώσουν, «την τελευταία στιγμή». Άκουσες τους λυγμούς του; Σε συγχώρησε.

Αντιγόνη: Όχι. Θέλω ακόμα να θάψω τον Πολυνείκη. «Πάντα» Θα θέλω να θάψω τον Πολυνείκη. Ακόμα κι αν γεννηθώ χίλιες φορές κι εκείνος πεθάνει άλλες τόσες.

Αντίνοος: Οπότε, «πάντα», θα σε τιμωρεί ο Κρέοντας!

Κορυφαίος: Και χίλιες φορές θα πεθαίνεις. Τον θάνατο, κόρη μου, δεν χρειάζεται να τον φωνάξεις. Έρχεται από μόνος του. (Χαμογελάει) Οι βιασύνες μαζί του είναι μοιραίες.

Αντιγόνη: Ποτέ δεν θα τελειώσει αυτή η φάρσα; Αδερφέ μου, δεν μπορώ ν’ αντέξω αυτούς τους τοίχους που δεν βλέπω, αυτόν τον αέρα που με βαραίνει σαν πέτρα. Τη δίψα. (Πιάνει το κύπελλο, το σηκώνει και το φέρνει στα χείλη της. Μένει ακίνητη.) Θα πιω αλλά θα παραμείνω διψασμένη, τα χείλη μου θα σκάσουν, η γλώσσα μου θα πήξει και θα γίνει άλαλο ζώο. Όχι. Αρνούμαι αυτό το κύπελλο του ελέους, που το έχουν για να συγκαλύπτουν την αγριότητα. (Με αργές κινήσεις το αναποδογυρίζει.) Με το στόμα υγρό από το ίδιο μου το σάλιο θα πάω προς τον θάνατό μου. Με περηφάνια, Αίμονα, θα πάω προς τον θάνατό μου. Και τρέχοντας θα έρθεις και θα καρφωθείς με το σπαθί. Δεν το ήξερα. Γεννήθηκα να με ενώνει η αγάπη, όχι το μίσος. (Μεγάλη παύση) Αλλά το μίσος κυβερνά. (Μαινόμενη) Τα υπόλοιπα είναι σιωπή! (Πεθαίνει, με μανία.)

 

* Στην παρούσα μετάφραση έχουν χρησιμοποιηθεί αυτούσια αποσπάσματα από τις μεταφράσεις του αρχαίου κειμένου στα νέα ελληνικά των Μίνου Βολανάκη και Συμεών Σταμπουλού.