A refeição (Cena II) by Newton Moreno in Greek

A refeição (Cena II) by Newton Moreno in Greek

Φωτογραφία από παράσταση του έργου Agreste του Newton Moreno

 

Το Γεύμα

του Newton Moreno

Μετάφραση: Μάριος Χατζηπροκοπίου
Επιμέλεια μετάφρασης: Άλκηστη Ευθυμίου

 

Δραματικό δοκίμιο πάνω στον κανιβαλισμό

 

«Οι ταραϊριού ήταν ανθρωποφάγοι, ασκούσαν όμως την ανθρωποφαγία με συμβολικό τρόπο. Έτρωγαν μόνο συγγενείς, πιστεύοντας πως θα παρέμεναν έτσι πιο κοντά στους αγαπημένους τους. Το θεωρούσαν εκδήλωση σεβασμού να θάβουν τους συγγενείς τους μέσα τους και όχι στο χώμα. Οι Ολλανδοί μπόρεσαν να κατανοήσουν με ευαισθησία την τελετουργία αυτή που δικαιολογούσε τη βάρβαρη πρακτική της ανθρωποφαγίας.»

Ronald Raminelli

 

Σκηνή Δεύτερη: …Των Πόλεων

Δάσος.
Ένας ετοιμοθάνατος Ινδιάνος ξαπλωμένος σε μια αιώρα.
Τραγουδά ένα τραγούδι στη γλώσσα του με πολλή δυσκολία. Σα να προσπαθούσε να θυμηθεί τη μουσική.
Μπαίνει ένας λευκός, λαχανιασμένος, κρατώντας στο χέρι ένα μαγνητόφωνο.
Νευρικός. Βάζει το χέρι στο κεφάλι του Ινδιάνου για να πάρει τη θερμοκρασία του.
Ο λευκός αρχίζει να αλλάζει μπαταρίες, να γυρίζει από την αρχή τις κασέτες, να ετοιμάζει το μαγνητόφωνό του.

 

ΠΟΡΟΥ
Έφερες νερό;

ΑΝΤΡΑΣ (Πάντα με το μαγνητόφωνο ανά χείρας)
Φυσικά. Να το.

ΠΟΡΟΥ (Πίνει)

ΑΝΤΡΑΣ
Είστε καλύτερα;

ΠΟΡΟΥ
Ναι. (Χαμογελώντας) Σήμερα πεθαίνω.

ΑΝΤΡΑΣ
Παρακαλώ, αφήστε με να ζητήσω βοήθεια. Αρκεί μια κλήση από την άλλη όχθη του ποταμού…

ΠΟΡΟΥ
Δεν πρέπει να το κάνεις.

ΑΝΤΡΑΣ
Πώς να σας αφήσω να πεθάνετε έτσι μπροστά μου; Μου ζητάτε πράγματα παράλογα.

ΠΟΡΟΥ
Sy… Mãi… Aí… Αρχίζω να θυμάμαι λέξεις σκονισμένες από τότε που ήμουν παιδί.
Πράγματα που ειπώθηκαν όταν ακόμη δε γνώριζα πως υπάρχουν λευκοί. Κάποιος απ’ τους δικούς μου έρχεται και ψιθυρίζει τη γλώσσα μου και ξεπετάγεται γλυκά-γλυκά ο παλιός σπόρος.

ΑΝΤΡΑΣ
Θυμάστε καμιά άλλη λέξη;

ΠΟΡΟΥ
Μετά. (Γελά) Γιατί να φυλάξεις τα απομεινάρια ενός φαντάσματος; Αναμνήσεις αρχαίου παιδιού.

ΑΝΤΡΑΣ
Μονάχα εσείς μιλάτε αυτή τη γλώσσα.

ΠΟΡΟΥ
Θέλεις τις τελευταίες φράσεις ενός Ινδιάνου που έχει ήδη πεθάνει.

ΑΝΤΡΑΣ
Αυτές εδώ οι κασέτες είναι η μοναδική καταγραφή ενός απογόνου της φυλής σας. Για τελευταία φορά. Κάθε ήχος που μου αφήνετε, διαφυλάσσει τη μνήμη του λαού σας. Χρειάζομαι τις λέξεις σας.

ΠΟΡΟΥ
(Μετά από μια σιωπή)
Κανένας δε χρειάζεται τις λέξεις μου. Με ποιον να μιλήσω;
Αν έπρεπε να συζητάω με κάποιον, η φύση θα μου είχε αφήσει και άλλους.
Μια γλώσσα πεθαμένων χρησιμεύει μόνο για να κουβεντιάζεις με σκιές.
Αλλά μείνε ήσυχος, θα πω, θα συνεχίσω να λέω. Πολλές, πολλές λέξεις.
Έχεις αρκετές κασέτες τώρα;

ΑΝΤΡΑΣ
Έχω.

ΠΟΡΟΥ
(Πιάνοντάς του σφιχτά το χέρι)
Θυμάστε τη συμφωνία μας; Το υποσχεθήκατε σε έναν Ινδιάνο Αραουατέ. Κάναμε μια συμφωνία.

ΑΝΤΡΑΣ
(Κλείνει το κασετόφωνο)
Είμαι επιστήμων. Σας το έχω ήδη εξηγήσει αυτό. Μελετώ τον πολιτισμό σας, μα πώς να…; (Του έρχεται κόμπος στον λαιμό) Πώς; (Παύση) Και αν δεν τα καταφέρω….

ΠΟΡΟΥ
Εσύ θέλεις το τρόπαιο του κυνηγιού κι εγώ θέλω να ξαναγίνω δάσος. Τα καταφέρνεις. Θα τα καταφέρεις.
(Ψιθυρίζοντας) Ποτέ μας δε θα έρθουμε πιο κοντά.
Δε θα ρίξω τα τελευταία μου λόγια στο μηχάνημά σου; Θα το κάνω.
Εγώ, μέσα στη ζούγκλα, θαμμένος σε μια σιδερένια κάσα.
Θα με δεις να πεθαίνω, όμως αυτό το μαραφέτι θα φιλοξενήσει τη στερνή πνοή μου.
Εμπρός, πάρε μου την ψυχή, βάλε με μέσα στο κουτάκι σου.
Και, αύριο, αυτό εδώ το μηχάνημά σου θα με αναστήσει. Πατήστε “play”, “rec”, ”stop” και θα έχετε τους Αραουατέ μπροστά σας. (Αφήνοντας το χέρι του άντρα) Play!

ΑΝΤΡΑΣ
Μαζί σας πεθαίνει μια μνήμη.

ΠΟΡΟΥ
Μου έδωσες τον λόγο σου. (Μιλώντας του στο αυτί) Σήμερα θα με φας.
Βάλε μπρος το μηχάνημα. Δε θα κάνεις ερωτήσεις; Όπου να ‘ναι φεύγω, έχεις λίγο χρόνο.

ΑΝΤΡΑΣ
(Βάζοντας το μαγνητόφωνο να γράφει)
Γιατί επιστρέψατε;

ΠΟΡΟΥ
Επέστρεψα για να βρω τον λαό μου και δε μου μένει παρά μόνο η μνήμη μου. Οπότε υπακούω στη μνήμη μου. Ακολουθώ κάθε μονοπάτι που μου δίνει. Κάθε συλλαβή. Για την επιστροφή. Σας δίνω τις λέξεις μου, θα με βοηθήσετε όμως σε αυτή την επιστροφή και θα μου κάνετε την τιμή να πεθάνω σαν αληθινός άνθρωπος, όπως πεθαίνουν οι άνθρωποι εδώ.

ΠΟΡΟΥ (Αρχίζει να τραγουδάει στη γλώσσα του)
Την πρώτη φορά που είδα λευκό, μου φάνηκε άσχημος
Δεν είχα αγγίξει ποτέ δέρμα δίχως ήλιο
Τα μάτια του δεν είχαν βάθος
Δεν έβλεπα πού ξεκινούσε η ψυχή
Ήμουν μικρός
Και ο λευκός με έβαλε στην αγκαλιά του κι εγώ πήδηξα στην αγκαλιά της μάνας μου
Νόμισα πως ο λευκός θα μου έπαιρνε το χρώμα και θα μου έκλεβε απ’ τα μάτια την ψυχή
Άσχημος και πελώριος ο πρώτος λευκός
Φοβήθηκα όταν άνοιξε το στόμα του
Έριξε αστραπές και βροντές από το στόμα.
Μιλούσε σαν απειλή
Οι ήχοι ανήγγελλαν καταστροφή
Εκείνη τη στιγμή άλλαξε ο αέρας
Ήταν ο ήχος του τέλους.

ΑΝΤΡΑΣ
Θυμάστε εκείνη την πρώτη λέξη;

ΠΟΡΟΥ
(Σκέφτεται λίγο)
Αδερφός.

ΠΟΡΟΥ (Ο άντρας σταματά το μαγνητόφωνο. Παύση.)
Μερικές λέξεις είναι κατακλυσμός.
Όπως η λέξη που είναι κυρία του θανάτου μου
Αυτή η αρρώστια.
Αυτή η αρρώστια που μας τρώει από μέσα.
Δεν υπήρχε στη φυλή μου.
Γιατί δεν είχε όνομα.
(Ψιθυρίζοντας)
Για να εξαφανιστούν οι συμφορές, αρκεί να τους πάρεις το όνομα.
Να μην μπορείς να τις φωνάζεις.

ΑΝΤΡΑΣ
Μπορείτε να μιλάτε πιο δυνατά;

ΠΟΡΟΥ
Πιο δυνατά;

ΑΝΤΡΑΣ
Το μαγνητόφωνο…

ΠΟΡΟΥ (Πλησιάζει στο μαγνητόφωνο και βήχει δυνατά)
Θα προσπαθήσω. (Παύση)
Έχασα τη μάνα μου όταν έπαψα να την ακούω.
Δεν καταλάβαινα πια τι μου έλεγε.
Δεν κατάλαβα όταν μου είπε: «γιε μου, θα πεθάνω»
Έχασα τη μάνα μου
Γιατί έμαθα να μιλάω με το στόμα των δικών σου.
Πρέπει να είχε ουρλιάξει από τον πόνο και να μην βοήθησα.
Η μάνα μου χάθηκε στο βουβό μου παρελθόν
Πέθανε από μια αρρώστια ανύπαρκτη στη γλώσσα μας.
Μια μέρα βρέθηκα ορφανός και δεν καταλάβαινα τι μου έλεγαν.
Οι θείοι μου, τα αδέρφια μου, οι γυναίκες.
Το αίμα μου μου μιλούσε κι εγώ δεν καταλάβαινα.
Τότε ήταν που πέρασα το ποτάμι
Κι έγινα ακόμη ένας Βραζιλιάνος με κάρτα εργασίας και άνεργος
Ούτε δάσος, ούτε μεροκάματο.
Καταλαβαίνετε τη λέξη μεροκάματο, σωστά;
Μεροκάματο. Maratecó. (Πιο κοντά στο μαγνητόφωνο) Maratecó.
Κανείς δεν πιστεύει έναν άνθρωπο με τέτοιο χρώμα.
Άραγε είναι η ζούγκλα ο τόπος μου; Άραγε είναι πεπρωμένο μου ο αφανισμός;
Πέρασα το ποτάμι και άλλαξα σελίδα στο βιβλίο της Ιστορίας.
Σιγά-σιγά, γυμνώθηκα και πάλι.
Και έκλαψα γυμνός, ντυμένος την αλήθεια των πραγμάτων.
(Γελάει)
Το τέλος άρχισε όταν έφτασαν εδώ οι σταυροί.
Να μας δελεάζουν με άλλες φωνές, να μας διδάσκουν καινούριους φόβους.
Τώρα που επιστρέφω, οι ευαγγελιστές έρχονται να με κατηχήσουν
Δίχως σταυρούς,
Αλλά με βίβλους από δέρμα αλιγάτορα και χαρτί από γιακαράντα.
Μου ζητάν χρήματα και μια ορισμένη πίστη.
Με βίβλους από δέρμα αλιγάτορα και χαρτί από γιακαράντα.
(Βήχει δυνατά)

ΑΝΤΡΑΣ
Αφήστε με να ζητήσω βοήθεια.

ΠΟΡΟΥ (Κρατιέται στην αιώρα, ενώ ο άντρας προσπαθεί να τον πάρει στα χέρια του)
Για ποιο λόγο αφού σήμερα πεθαίνω; Ξέχασες τη γλώσσα σου; Δεν καταλαβαίνεις; Σήμερα πεθαίνω.
Σ-Η-Μ-Ε-Ρ-Α  Π-Ε-Θ-Α-Ι-Ν-Ω.
Με τον δικό μου θάνατο, αυτές οι λέξεις γίνονται δικές σου.
Τα τελευταία γρυλίσματα του είδους Αραουατέ.
Εάν με σώσεις, τις ξεριζώνω από τη μνήμη σου και ξεριζώνω την κατάκτησή σου.
Θυμήσου: το αίμα σου κουβαλάει την υποχρέωσή σου απέναντί μου.
Η υπόσχεσή σου κοιμάται ήσυχη στις φλέβες μου και χάρη σ’ αυτήν μπορώ να ξεκουραστώ.
Δεν έχεις τόση δύναμη για να αποτρέψεις το δικό μου τέλος.
Ηρέμησε και βοήθα με να πεθάνω σαν ένας άνθρωπος από αυτά εδώ τα μέρη.
(Ο άντρας παραιτείται από την προσπάθεια να τον σηκώσει από την αιώρα)
Δεν ξέρω αν η αγάπη σου για τη φυλή μου είναι καθαρή, αλλά αισθάνομαι ελαφρύ το άρωμα της καρδιάς σου.
Μονάχα εσύ θέλεις και μπορείς να γίνεις κληρονόμος του θανάτου μου.
(Ο Ινδιάνος τον αγγίζει στο πρόσωπο)

ΑΝΤΡΑΣ (Σηκώνεται απότομα)
Χαροπαλεύετε εδώ και τρεις βδομάδες, εγώ θα σας πάρω από εδώ. Θέλω να λύσω τη συμφωνία μας.

ΠΟΡΟΥ
Ήρεμα. Ήρεμα. Προς τι τόση βιασύνη; Εδώ δεν υπάρχει βιασύνη.

ΑΝΤΡΑΣ
Πρέπει να βιαστώ. Δεν καταλαβαίνετε;
Να κλάψω γρήγορα τον θάνατό σας, να ηχογραφήσω τη φωνή σας γρήγορα, να γράψω γρήγορα το άρθρο μου.
Μια σιωπηλή βιασύνη που με ξεβράζει με αύξουσα ταχύτητα στον θάνατό μου.
Ούτε καν βλέπω το ανθρώπινο τοπίο που συντρίβεται γύρω μου.
Χάνω το ενδιαφέρον μου για ώρες
Και δεν μπορώ να καταλάβω την ανεξιχνίαστη μορφή σου
Όλα είναι πιο γρήγορα τώρα
Βιάζεται η καταστροφή, τα σκουλήκια πεινάν περισσότερο.
Πρέπει να λύσω τη συμφωνία μας…

ΠΟΡΟΥ
(Σηκώνεται. Αρχίζει να χορεύει με δυσκολία, αργά. Μπλέκοντας φράσεις στη μητρική του γλώσσα.)
Όταν πεθαίνει ένας πολεμιστής
Δεν πέφτουνε τα απομεινάρια του στη λάσπη.
Χορεύουμε τον θάνατό του από ανατολή σε ανατολή.
Τα πρόσωπά μας ντύνουμε με το γαλαζωπό μαύρο του δέντρου ζενιπάπο
Έρχομαι από άλλον χρόνο, όπου αυτοί που μένουν
Μαγειρεύουν τον νεκρό, τον ετοιμάζουν,
Και τρώνε τα κομμάτια
Για μια νύχτα και μια μέρα ολόκληρη
Μέχρι να τον θάψουμε στο αίμα μας
Έτσι το είχαν, λεν, οι πρόγονοί μου.
Ο νεκρός θαβόταν μέσα στους ανθρώπους του
Έτσι τιμούσαν έναν άνθρωπο.
Θυμάμαι τη γεύση, την αξία του.
Θέλω να με τιμήσεις
Κομμάτι-κομμάτι
Έδωσα τα λόγια μου
Θα δώσω τα τελευταία λόγια μου
Λόγια πολύτιμα που θα έπρεπε να πεθάνουν μαζί μου
Όμως αυτή είναι η συμφωνία μας
Εσύ θα αναστήσεις τη φυλή μου με την πείνα σου
(Παύση)
qquyriri ndi yby
ejara amó potyra quiriri xe
xé nda acobé ymuã
jejurupecá pytera xe apecu aé suusuú

ΑΝΤΡΑΣ
Τι σημαίνει; Τι λέτε;

ΠΟΡΟΥ
Ένας ολόκληρος λαός
Στον τάφο μου χωράν χιλιάδες άνδρες και γυναίκες της φυλής μου
Σωπάστε με με χώμα
Αφήστε μου τη σιωπή και μερικά λουλούδια
Εδώ και αρκετό καιρό δεν υπάρχω
Άνοιξε το στόμα μου, φίλα τη γλώσσα μου και μάσησέ την…

ΑΝΤΡΑΣ (Νευρικός)
Επαναλάβετε, παρακαλώ, αφήστε με να το ξαναγράψω αυτό.

ΠΟΡΟΥ
Να το γράψεις; Να το αιχμαλωτίσεις; Να το φυλακίσεις;

ΑΝΤΡΑΣ
Χρησιμοποιήστε όποια λέξη θέλετε.

ΠΟΡΟΥ
Δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω όποια λέξη θέλω. Όχι πια. Πρέπει να είναι η ακριβής λέξη. Είχα όμορφες λέξεις κρεμασμένες σε κάθε κλαρί της ζούγκλας. Πού πήγαν; ybá….guyrá… caaeté… Πού πήγαν;

ΑΝΤΡΑΣ
Η γλώσσα δεν μπορεί να πεθάνει μαζί σας.

ΠΟΡΟΥ (Πιο αδύναμος)
Ήταν ήδη νεκρή. Εσύ θες να την αναστήσεις. Εσύ θα πρέπει να την αναστήσεις.
Ξέρασα απομεινάρια της καρδιάς μου.
(Κουρασμένος. Κάθεται στην αιώρα. Παύση.) Ήρθε η ώρα.
Σε βοήθησα, ήρθε η ώρα να με βοηθήσεις κι εσύ.
Θα ουρλιάξω, προσπάθησε να κρατήσεις την ηχώ μέσα στα χέρια σου.

ΑΝΤΡΑΣ
Δεν μπορώ. Δεν μπορώ.

ΠΟΡΟΥ
Νόμιζα πως έπαιρνε περισσότερο καιρό για να χαθεί μια γλώσσα, έτσι δεν είναι;
Μοιάζει σχεδόν σαν να είναι αυτή η πρώτη γλώσσα που πεθαίνει.
Κάθε μέρα πεθαίνει μια λέξη. Τώρα, κάπου, πεθαίνει μια λέξη.
Ας κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή.
(Η κασέτα τελειώνει, ο άνδρας αλλάζει πλευρά)
Σταμάτα να τακτοποιείς αυτές τις άχρηστες κασέτες.

ΑΝΤΡΑΣ
(Εκρήγνυται)
Δεν είναι άχρηστες!
Δεν είναι άχρηστες!
Δεν είναι άχρηστες!

(Παύση. Ο Ινδιάνος βολεύεται στην αιώρα.)

ΠΟΡΟΥ (Ξαπλωμένος, κρυμμένος στην αιώρα)
Απορία: γιατί βρίσκεστε εδώ;

ΑΝΤΡΑΣ
Την πρώτη φορά που είδα Ινδιάνο
Δεν μπορούσα να φανταστώ το τέλος του
Μου φαινόταν αιώνιος
Αιχμάλωτος στη σελίδα του βιβλίου, στη ζούγκλα
Αιχμάλωτος στο δάσος, στο στόμα του ιαγουάρου, στο ακόντιο
Στον ποταμό, στο πράσινο, στην αγκαλιά της Ινδιάνας, στο πουλί τουκάν
Αιχμάλωτος στην ίδια ηλικία, δίχως άσπρα μαλλιά, δίχως ρυτίδες
Αιχμάλωτος στον ουρανίσκο της μητέρας των νερών
Σπούδασα για να μπορώ να γεννάω αγγέλους
Και παίρνω το σκαλπ από όξινες μούμιες σε αποσύνθεσ
Μεγάλωσα για να δουλεύω με μούμιες
Μούμιες που βαλσαμώνω και αρχειοθετώ
Μεγάλωσα για να είμαι λευκός και
Οι λευκοί συνάντησαν διάφορες ιθαγενείς φυλές υπό εξαφάνιση για να προστατεύσουν το είδος.
(Του λείπει αέρας)
Δέντρα συντρίβονται, συνθλίβοντας ό,τι κινείται ψάχνοντας ζωή στη ζούγκλα.
Τρόμος του να τους βλέπεις όλους να το σκαν από δέντρα που πέφτουν.
Αγκυρωμένος στον πυρήνα της χώρας, βλέπω το τέλος.
Αγγίζω τον θάνατό μου στο κύτταρο που κατασπαράζει ο καρκίνος
Και σκέφτομαι ότι θα έρθει η ώρα μου
Όταν μια μέρα δεν θα καταλαβαίνω τι μου λέει η μάνα μου…

(Αντιλαμβάνεται ότι ο Πορού πέθανε)

ΑΝΤΡΑΣ
Πρέπει να αποτρέψω το θάνατό σας. (Γραπώνει τον γέρο Ινδιάνο. Κλαίει.)
Δεν μπορείτε. Δεν μπορείτε!
Πεθαίνετε στα χέρια μου.
Δεν χωράτε μέσα μου.
Δεν έχω το ανάστημά σας, δεν έχω τις διαστάσεις σας.
Δεν την αξίζω αυτή την τιμή. Δεν χωράτε μέσα μου.
Πορού;

(Ο άντρας γυρίζει την κασέτα στην αρχή)

ΠΟΡΟΥ
qquyriri ndi yby
ejara amó potyra quiriri xe
xé nda acobé ymuã
jejurupecá pytera xe apecu aé suusuú

ΑΝΤΡΑΣ
Τι σημαίνει; Τι λέτε;

ΠΟΡΟΥ
«Ένας ολόκληρος λαός
Στον τάφο μου χωράν χιλιάδες άνδρες και γυναίκες της φυλής μου
Σωπάστε με με χώμα
Αφήστε μου τη σιωπή και μερικά λουλούδια
Εδώ και αρκετό καιρό δεν υπάρχω
Άνοιξε το στόμα μου, φίλα τη γλώσσα μου και μάσησέ την…»

Ο άντρας κλείνει το μαγνητόφωνο. Δυναμώνει τη φωτιά, αρχίζει να ξεντύνει τον Πορού. Ετοιμάζεται για την τελική πράξη. Παίρνει τον Πορού ξαπλωμένο στην αγκαλιά του.

ΑΝΤΡΑΣ
Τιμώ τη μνήμη σου και το κοινό μας αίμα
Καθαγιάζω την αδελφή σάρκα
Τρέφω την κοινή ιστορία μας.
Τη μέρα του θανάτου μου,
Θα με καταβροχθίσει η ισχνή μνήμη των σκουληκιών.
Σήμερα όμως
Τρώω τα μέλη σου δοξάζοντάς σε
Εσένα, τον τελευταίο
Που κρατούσε ζωντανά τέτοια φαντάσματα.
Σήμερα μια φυλή πεθαίνει
Δίχως καραβέλες, δίχως πυρετό, δίχως γρίπη, ούτε σκλαβιά
Μια ιστορία του ανθρώπου πεθαίνει μαζί μου.ΑΝΤΡΑΣ
(Του φιλά το νεκρό στόμα. Ουρλιάζει, ενόσω μασά τη γλώσσα του ή ενόσω ετοιμάζεται για να του κόψει τη γλώσσα.)

THE END.